Μετενέργεια – Συμβάσεις, κίνδυνοι αλλά και δυνατότητες

Του Γ. ΓΑΒΡΙΛΗ

Η πρωτοβουλία που ανέλαβαν από κοινού οι 9 μεγάλες Ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα για την αναστολή εφαρμογής της πράξης υπουργικού συμβουλίου (ΠΥΣ) της 28ης Φεβρουαρίου 2012 αναφορικά με την λήξη της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων, όχι μόνο δεν είχε συμβολικό χαρακτήρα, αλλά επιπλέον αποδείχθηκε μια καίρια ουσιαστική και άκρως αποτελεσματική ενέργεια.

Πρώτον, άλλαξε την ατζέντα της επικαιρότητας, επαναφέροντας στο δημόσιο διάλογο τις εφιαλτικές συνθήκες που διαμορφώνονται στην αγορά εργασίας από την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών.

Δεύτερον, επέφερε ένα πολιτικό ρήγμα στην ιδεολογική κυριαρχία του απολύτως απαραβίαστου των μνημονίων και των αντεργατικών και αντικοινωνικών νόμων που το υλοποιούν. Η κατ’ αρχήν σύμφωνη γνώμη ακόμη και του ΣΕΒ και ανεξάρτητα από τις σκοπιμότητές του, για την επανεξέταση του περιεχομένου της ΠΥΣ, σε ότι αφορά στην λήξη της μετενέργειας, αλλά επιπλέον και στην μείωση των κατώτατων αποδοχών, αποτελεί περίτρανη ομολογία ότι είναι εφικτό και θεμιτό, να επαναδιαπραγματευτούν κεντρικές πτυχές της εργατικής και κοινωνικής πολιτικής, ακόμη και χωρίς την προηγούμενη «καταγγελία» του μνημονίου ή την διακοπή της χρηματοδότησης της χώρας.

Τρίτον, υποχρέωσε το αστικό μπλοκ να ξεγυμνωθεί στα μάτια της κοινής γνώμης και μέσα από τις κατηγορίες που ανταλλάχθηκαν ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στον ΣΕΒ σχετικά με το ποιος κρύβεται πίσω από το τερατούργημα του νόμου 4046/2012 (Μνημόνιο ΙΙ) και της ΠΥΣ, αποκαλύφθηκε με περίσσια διαύγεια η πραγματική και διαχρονικά συνέργεια των αντεργατικών και αντικοινωνικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Η ξαφνική δε προθυμία του ΣΕΒ να επανεξεταστούν ορισμένες από τις αντεργατικές πτυχές της ΠΥΣ, υπό τον όρο να ξανανοίξει η συζήτηση για τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα της ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, απαιτεί ένα σχόλιο.

Πρόκειται για μια δόλια ενέργεια με στόχο την επαναφορά όλης της αντεργατικής ατζέντας και μιας εφ’ όλης της ύλης επαναδιαπραγμάτευσης, δηλαδή της αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων, των κλαδικών συμβάσεων, του κλαδικού μισθού και του μισθολογικού κόστους, στοχεύοντας σε μια ολοκληρωτική επίθεση σε βάρος και των τελευταίων εργατικών καταχτήσεων που έχουν διασωθεί.

Η εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών έχει δημιουργήσει μια εφιαλτική κατάσταση στην αγορά εργασίας. Εκτός από την ραγδαία και απάνθρωπη μείωση των μέσων αποδοχών για εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτούς, η νέα εργατική νομοθεσία οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αποθεσμοποίηση των συνδικάτων και στην προοδευτική συρρίκνωση και απαξίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Από τις 14 Μαίου έχει αρχίσει γενικευμένα πλέον να εφαρμόζεται από τις εργοδοτικές οργανώσεις ο δεύτερος Μνημονιακός νόμος 4046/12 και η εφαρμοστική πράξη του Υπουργικού συμβουλίου, η οποία με βίαιο-αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό τρόπο επιβάλλει την αναγκαστική λήξη των συλλογικών συμβάσεων, επιτρέποντας την ίδια στιγμή στους εργοδότες να προχωρούν σε πρόωρη εκβιαστική καταγγελία των ΣΣΕ.

Πάνω από 1.000 εργαζόμενοι την ημέρα εκβιάζονται να υπογράφουν ατομικές συμβάσεις, ενώ οι μειώσεις των μισθών τους δύο τελευταίου μήνες κυμαίνονται από 20-45%. Η όλο και μεγαλύτερη από εδώ και πέρα ενεργοποίηση της εν λόγω ΠΥΣ από μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, ιδίως σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας, με την μεγάλη συρρίκνωση των μισθών των εργαζομένων είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει επί πλέον δραματική μείωση των εσόδων για τα ασφαλιστικά ταμεία, με απρόβλεπτες επιπτώσεις από τον επόμενο μήνα στη καταβολή των συντάξεων.

Συνεπώς οι 9 ομοσπονδίες, μέσα σε αυτό το εφιαλτικό κλίμα που διαμορφώνεται και σε συνέχεια της πρόσφατης λαϊκής ετυμηγορίας του ελληνικού λαού και των εργαζομένων, πρότειναν το έλασσον και το αυτονόητο που ήταν, να παγώσει η εφαρμογή των μνημονιακών νόμων μέχρι την εκλογή της νέας κυβέρνησης.

Η δε πρωτοβουλία του υπουργού εργασίας, για την εξεύρεση αποδεκτά κοινής λύσης, μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας αναστολής της εν λόγω ΠΥΣ, θα μπορούσε σε αυτή τη συγκυρία να αναχαιτίσει και να βάλει φρένο σε αυτή την εφιαλτική κατάσταση.

Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, αντί να ενισχύσει την πρωτοβουλία αυτή και να της προσδώσει εκείνα τα αναγκαία πολιτικά και δεσμευτικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν πρώτα στην αναστολή της ισχύος της ΠΥΣ, ανοίγοντας στη συνέχεια δρόμους για την οριστική κατάργηση των μέτρων, επέλεξε με πολλά ζικ-ζακ για άλλη μια φορά, τα ήρεμα νερά της ακινησίας και της αδράνειας, επέλεξε για άλλη μια φορά το ρόλο του θεατή και από τη θέση της κερκίδας, να παρακολουθεί από απόσταση ασφαλείας τους εργαζόμενους να μένουν μόνοι και απροστάτευτοι μέσα στην εργασιακή ζούγκλα.

Για να αχρηστεύσει και αυτές τις πρωτοβουλίες, νεκρανάστησε επιτροπές κοινωνικού διαλόγου φαντάσματα, που έχουν να συνεδριάσουν από το 2004, στις οποίες μετέθεσε τη συζήτηση αυτή, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο να έρθει προς συζήτηση όλη η ατζέντα του ΣΕΒ για το τελειωτικό σάρωμα των συμβάσεων.

Είναι προφανές και από αυτή την εξέλιξη, ότι υπάρχει μεγάλο κενό στην ηγεσία της εργατικής τάξης και πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστεί

Οι συγκυρίες είναι ιστορικές. Όσοι θεωρούν ότι θα αποτρέψουν ή θα καθυστερήσουν τις αλλαγές που ξεκίνησαν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο με πολιτικάντηκες πρακτικές πρέπει να αντιληφθούν ότι το μόνο που καταφέρνουν είναι να εκτίθενται επικινδύνως. Θα πρέπει να κατανοήσουν ότι το διακύβευμα αυτής της περιόδου δεν είναι η συντήρηση και η αναπαραγωγής τους στη ηγεσία των συνδικάτων αλλά η αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στους εργαζόμενους και στις μνημονιακές πολιτικές λιτότητας.

– Ο Γιώργος Γαβρίλης είναι Γραμματέας της Αυτόνομης Παρέμβασης

Αναδημοσίευση από ΕΠΟΧΗ, 27-5-2012