Γ. Κουζής: Παρατηρήσεις αναφορικά με τα συζητούμενα μέτρα για τις εργασιακές σχέσεις

Α .Γενικός κατώτατος μισθός και εθνική γενική συλλογική σύμβαση

1. Ο γενικός κατώτατος μισθός ισχύει στις 20 από τις 27 χώρες της ΕΕ, στις 11 από τις 17 χώρες της ευρωζώνης και στις 9 από τις 15 χώρες της ΕΕ-15.Οι χώρες που δεν έχουν γενικό, αλλά μόνο κλαδικό, κατώτατο μισθό είναι : Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Ιταλία , Κύπρος.

2. Από τις 20 χώρες που έχουν γενικό κατώτατο μισθό συνήθως αυτός καθορίζεται με νόμο είτε μονομερώς, είτε κατόπιν τριμερούς διαπραγμάτευσης ,κυρίως σε χώρες με ισχυρή παράδοση κοινωνικού διαλόγου όπου το κράτος δεν επιβάλλει τη θέση του σε βάρος του ουσιαστικού διαλόγου.

3. Ο καθορισμός του κατώτατου μισθού με εθνική γενική συλλογική σύμβαση συναντάται στο πλαίσιο της Ε-15 μόνο στην Ελλάδα και στο Βέλγιο. Ωστόσο με το νόμο του δευτέρου μνημονίου(Ν. 4046/12)και τη συνακόλουθη ΠΥΣ, ο γενικός κατώτατος μισθός ορίζεται πλέον με νόμο(μείωση κατά 22% και 32% για τους νέους μέχρι 25 ετών) ενώ καλείται η εθνική γενική συλλογική σύμβαση να προσαρμοσθεί στο νέο οικονομικό πλαίσιο αποδεχόμενη τις παραπάνω μειώσεις, ειδάλλως ο νόμος θα εξακολουθεί να αποτελεί τον τρόπο διαμόρφωσής του. ΟΙ εξελίξεις αυτές θέτουν σοβαρό πρόβλημα συνταγματικότητας σε βάρος της συλλογικής αυτονομίας(αρθρ. 22, παρ.2)αλλά και του κοινοτικού κεκτημένου εφόσον οι συλλογικές διαπραγματεύσεις συνιστούν θεμελιώδες κοινοτικό κοινωνικό δικαίωμα.

4.Ο τρόπος διαμόρφωσης του γενικού κατώτατου μισθού συνιστά εθνική παράδοση πολλών δεκαετιών και δεν είναι προϊόν των τελευταίων ετών όπως συμβαίνει σχετικά πρόσφατα με τις ανατολικές χώρες, την Μ. Βρετανία και τη Μάλτα. Στην Ελλάδα ο θεσμός της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης καθιερώνεται από το 1936 οπότε και υπογράφεται η πρώτη ΕΓΣΣΕ που διαμορφώνει τον κατώτατο μισθό και το ημερομίσθιο και έκτοτε αποτελεί το αποκλειστικό εργαλείο διαμόρφωσής του. Η αλλαγή του τρόπου καθορισμού του αποτελεί παραβίαση μιας 80χρονης θεσμικής παράδοσης βασισμένης στην κοινή συνισταμένη των «κοινωνικών εταίρων». Η θέσπιση του γενικού κατώτατου μισθού με νόμο δεν έχει στόχο την προσαρμογή στα ευρωπαϊκά δρώμενα, για τα οποία γίνεται επιλεκτική επίκληση, αλλά αποβλέπει στη μονομερή, από το κράτος, επιβολή της μείωσης και συμπίεσης των μισθών παρακάμπτοντας τη συλλογική αυτονομία.

5. Οι κατώτατοι μισθοί στην Ελλάδα βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα της δεύτερης σχετικής κατηγορίας στην Ε-27. Ειδικότερα με τα 586 ευρώ(και 511 για τους νέους) η Ελλάδα βρίσκεται στην δεύτερη κατηγορία χωρών όπου οι κατώτατοι μισθοί κυμαίνονται από 566-877ευρώ μαζί με Πορτογαλία, Ισπανία, Μάλτα, Σλοβενία. Στην πρώτη κατηγορία(1202-1801 ευρώ) ανήκουν οι χώρες της πρώτης ταχύτητας ενώ στην τρίτη κατηγορία(138-336 ευρώ) προς την οποία διολισθαίνει η Ελλάδα ανήκουν τα περισσότερα νέα μέλη της Ένωσης. Στην Ελλάδα, τέλος, ο κατώτατος μισθός ήδη είναι χαμηλότερος με όρους αγοραστικής δύναμης από τον αντίστοιχο της Ισπανίας, της Μάλτας και της Σλοβενίας.

6.Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα , από εργαλείο προστασίας των χαμηλά αμειβόμενων, μετατρέπεται σε μέσον για τη γενικευμένη μείωση των αποδοχών. Σε αυτό συνηγορούν τα μέτρα του πρώτου και του δευτέρου μνημονίου που απορρυθμίζουν το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων οι οποίες διατηρούνται τυπικά και με όρους υπέρμετρης αποδυνάμωσης της θέσης των εργαζομένων, ενώ παράλληλα ευνοείται η ατομική διαπραγμάτευση των μισθών. Σημειώνεται ότι διαβρώνεται ο κλαδικός μισθός μέσω του δυσμενέστερου περιεχομένου των επιχειρησιακών συμβάσεων, αναστέλλεται ο θεσμός της επέκτασης των ΣΣΕ στο σύνολο των εργαζόμενων και των επιχειρήσεων του κλάδου, μειώνεται ο χρόνος μετενέργειας και όροι των ΣΣΕ που μετενεργούν, υποβαθμίζεται ο ρόλος του ΟΜΕΔ και του περιεχομένου των διαιτητικών αποφάσεων. Με αυτό τον τρόπο οδηγούνται και οι μέσοι μισθοί προς τα κατώτατα επίπεδα. Με τον ίδιο τρόπο κατά την τελευταία διετία οι μέσοι πραγματικοί μισθοί αποκλίνουν από το 84% στο 74%από τον αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ η Commission προβλέπει ότι στο τέλος του 2012 θα μειωθούν στο 68%. Κατά την ίδια περίοδο η αγοραστική δύναμη των μέσων μισθών έχει μειωθεί κατά 50% λόγω της μεσοσταθμικής μείωσής τους κατά 23%, της αύξησης των τιμών και της φορολογικής αφαίμαξης.

7. Η κατάργηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης ως εργαλείου διαμόρφωσης των μισθών συμπαρασύρει την εξέλιξη και το μέλλον των επιδομάτων και των ωριμάνσεων που προβλέπει η ΕΓΣΣΕ. Ήδη η αύξηση των ωριμάνσεων έχει παγώσει με το δεύτερο μνημόνιο μέχρις ότου η ανεργία μειωθεί κάτω του 10% γεγονός που δεν προβλέπεται υπό φυσιολογικές συνθήκες να συμβεί πριν από το 2023. Επίσης η οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση στο πεδίο των επιδομάτων και των ωριμάνσεων, που στηρίζονται στις συλλογικές συμβάσεις ως πηγή δικαίου, δημιουργεί όρους για περαιτέρω συμπίεση των αμοιβών.

8.Η εξέλιξη των γενικών κατώτατων μισθών δεν περιορίζεται στο επίπεδο των αμοιβών αλλά συμπαρασύρει 10 επιδόματα που χορηγεί ο ΟΑΕΔ(πχ. ανεργίας).

9. Η κατάργηση της ΕΓΣΣΕ ως τρόπου διαμόρφωσης των κατώτατων μισθών αποδυναμώνει τον ρόλο της ΓΣΕΕ σε εναρμόνιση με την αποδυνάμωση των κλαδικών συνδικάτων που επιφέρει η απορρύθμιση των κλαδικών συμβάσεων.

10. Η εθνική γενική συλλογική σύμβαση, τέλος, πέραν του κατώτατου μισθού διαμορφώνει ένα ευρύτατο πλαίσιο ρυθμίσεων αναφορικά με το θεσμικό περιεχόμενο των ΣΣΕ. Πέραν των επιδομάτων και των ωριμάνσεων περιλαμβάνονται μια σειρά κατακτήσεις σε θεσμικό επίπεδο. Είναι ενδεικτική η προαιρετική καθιέρωση του 5ήμερου με την ΕΓΣΣΕ του 1975 και της γενικευμένης 40ωρης εβδομαδιαίας εργασίας με την ΕΓΣΣΕ του 1984, των αδειών κλπ. Κατά συνέπεια η ειδικότερη ή και ενδεχομένως γενικευμένη επιβουλή της ΕΓΣΣΕ συμβάλλει στην πλήρη αποδιάρθρωση των πηγών διαμόρφωσης του εργατικού δικαίου στην Ελλάδα.

Β. Διευκόλυνση απολύσεων

1.Το σύστημα των ατομικών και των ομαδικών απολύσεων στην Ελλάδα παρουσιάζει τις εξής ιδιαιτερότητες πριν ακόμη από την εφαρμογή των μνημονίων και εξελίσσεται ως εξής μέχρι σήμερα. α)Ως προς τις ατομικές απολύσεις, με άμεση καταγγελία, καταβάλλονται μισθοί αποζημίωσης με βάση την προϋπηρεσία που μπορεί κατά ανώτατο όριο να ανέρχεται στους 24 μισθούς.

Στην καταγγελία με προειδοποίηση καταβάλλεται η μισή αποζημίωση, ο δε χρόνος προειδοποίησης με βάση την προϋπηρεσία ανέρχονταν στους 24 μήνες με αποτέλεσμα να προτιμάται παραδοσιακά η πρώτη λύση. Στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου διευκολύνονται οι ατομικές απολύσεις ως εξής:

-Διευκολύνεται η απόλυση με καταγγελία μειώνοντας τον ανώτατο χρόνο προειδοποίησης από τους 24 στους 6 μήνες μειώνοντας το κόστος των απολύσεων με τη μέθοδο αυτή κατά 18 μισθούς(Ν.3863/10).

-Επεκτείνεται ο ελάχιστος χρόνος για την στοιχειοθέτηση δικαιώματος στην αποζημίωση από τους 2 στους 12 μήνες(Ν. 3899/10). – Διευκολύνεται η καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη (Ν.3863/10) με την καθιέρωση μικρότερης προκαταβολής(από τους 6 μισθούς στους 2), περισσότερων δόσεων(από 3 σε χωρίς όριο δόσεις) και μικρότερων ποσών ανά δόση(από 3 μισθούς σε 2).

-Αίρεται η ρήτρα μονιμότητας στο ευρύτερο δημόσιο τομέα στο πλαίσιο εναρμόνισης του καθεστώτος απόλυσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

β) Ως προς τις ομαδικές απολύσεις πριν από το μνημόνιο ίσχυαν τα ακόλουθα όρια: Για τις επιχειρήσεις από 20-199 εργαζόμενους οι ελεύθερες ανά μήνα απολύσεις ήταν 4, ενώ για τις άνω των 200 εργαζόμενων αντιστοιχούσαν στο 2%. Με το Ν. 3863/10 του πρώτου μνημονίου οι ελεύθερες ανά μήνα απολύσεις στις επιχειρήσεις 20-150 εργαζομένων ανέρχονται πλέον σε 6, και στις άνω των 150 εργαζομένων αντιστοιχούν σε 5%.

γ)Οι μέχρι σήμερα αλλαγές στο πεδίο των απολύσεων συντελούνται εν μέσω κρίσης και σε μια περίοδο όξυνσης της ανεργίας. Είναι ενδεικτικό ότι η ανεργία από το 14%, που ανέρχονταν πριν από τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, ανέρχεται σήμερα στο 24% ενώ εκτιμάται ότι η διευκόλυνση των απολύσεων συνιστά βασικό παράγοντα αυτής της εξέλιξης.

2. Στο δεύτερο μνημόνιο γίνεται και πάλι λόγος για το καθεστώς των απολύσεων με στόχο την περαιτέρω διευκόλυνσή τους. Ήδη γίνεται λόγος για περαιτέρω μείωση της προειδοποίησης απόλυσης από τους 6 στους 3 μήνες. Συζητείται επίσης η μείωση του αριθμού των μηνών αποζημίωσης καθώς και η μη καταβολή των τακτικών αποδοχών στον υπολογισμό των αποζημιώσεων προκειμένου να μην συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν τα επιδόματα, τα δώρα, οι αμοιβές από τα τακτικές υπερωρίες κλπ. Παράλληλα συζητείται η περαιτέρω αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων.

3. Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται για την περαιτέρω διευκόλυνση των απολύσεων εστιάζεται στη σύγκριση μηνών αποζημίωσης μεταξύ Ελλάδας και μέσου ευρωπαϊκού όρου που όντως στη χώρα μας αντιστοιχούν σε 9 περισσότερες βδομάδες αποζημίωση. Ωστόσο αυτή πλευρά είναι αποσπασματική και παραβλέπει μια σειρά από άλλες διαστάσεις που αφορούν τόσο στο καθεστώς των απολύσεων όσο και στο καθεστώς της ευρύτερης προστασίας των απολυμένων ανέργων. Έτσι, λοιπόν, παραβλέπονται τα εξής:

α)Στην Ελλάδα οι ατομικές απολύσεις είναι αναιτιολόγητες σε αντίθεση με την πρακτική πολλών ευρωπαϊκών χωρών(Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία) που απαιτώντας την αιτιολογία του εργοδότη παρέχουν τη δυνατότητα ακύρωσης της απόλυσης σε περίπτωση ανατροπής του εργοδοτικού ισχυρισμού με διαδικασίες μάλιστα άμεσες. Επίσης οι αιτιολογημένες απολύσεις που απέρρεαν από τις ρήτρες μονιμότητας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα έχουν πλέον καταργηθεί.

β)Στην Ελλάδα η προστασία από τις ομαδικές απολύσεις εφαρμόζεται μόνο για τις επιχειρήσεις άνω των 20 εργαζομένων . Συνεπώς στις επιχειρήσεις μέχρι 19 εργαζόμενους που αντιστοιχούν στο 99,5% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα οι απολύσεις είναι απόλυτα ελεύθερες . Αντίθετα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και με μεγαλύτερο μέγεθος επιχειρήσεων το σχετικό όριο είναι 10 ή και 5 εργαζόμενοι.

γ)Η Ελλάδα παρουσιάζει τον χαμηλότερο βαθμό προστασίας των ανέργων στην Ε-15. Η ανώτατη διάρκεια επιδότησης της ανεργίας ανέρχεται στους 12 μήνες ενώ το σχετικό επίδομα που αντιστοιχεί στο 60% περίπου του κατώτατου μισθού το λαμβάνει το 20% των ανέργων. Αντίθετα στον ευρωπαϊκό χώρο η επιδότηση έχει λιγότερους περιορισμούς χορήγησης, καταβάλλεται έως και 5 έτη, και αντιστοιχεί στον προηγούμενο μισθό που αναπληρώνεται σε ποσοστό από 70%-90% αντίθετα με την Ελλάδα που το ύψος της επιδότησης είναι ανεξάρτητο από τον προηγούμενο μισθό. Σημειωτέον, δε, στην Ελλάδα δεν έχει υλοποιηθεί ούτε ο στόχος ρύθμισης του 1994 που το επίδομα οφείλει να ανέλθει στο 67% του κατώτατου μισθού.

δ)Η Ελλάδα παρουσιάζει από τα πλέον αναποτελεσματικά συστήματα επανένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας. 4.Οι παραπάνω λόγοι στοιχειοθετούν την ανάγκη αποφυγής περαιτέρω μέτρων που διευκολύνουν τις απολύσεις σε μια συγκυρία που η στατιστική ανεργία ανέρχεται στο 24%, η πραγματική ανέρχεται στο 29% και αναμένεται, στο τέλος του 2013, να προσεγγίσει το 30% και το 35% με πραγματικούς και στατιστικούς όρους αντίστοιχα και, μάλιστα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται πρόσθετα μέτρα περί απολύσεων.

Γ) Ωράριο εργασίας και κατάργηση του 5ήμερου

1. Η νομοθετική καθιέρωση της 8ωρης ημερήσιας και της 48ωρης εβδομαδιαίας εργασίας εισάγεται στην Ελλάδα καταρχήν το 1920 και εξειδικεύεται σταδιακά από το 1932 και εντεύθεν.

2. Το πενθήμερο εισάγεται προαιρετικά με την ΕΓΣΣΕ του 1975, ενώ με ΠΝΠ του 1980 εισάγεται στον δημόσιο τομέα δίνοντας τη δυνατότητα να επεκταθεί με ΣΣΕ και στις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες. Με την ΕΓΣΣΕ του 1984 επεκτείνεται σε όλο το φάσμα του ιδιωτικού τομέα με την γενικευμένη καθιέρωση της 40ωρης εβδομαδιαίας εργασίας.

3.Η εξαήμερη εργασία μετά από την καθιέρωση του πενθημέρου ρυθμίζεται νομοθετικά μόλις με το Ν. 3846/10 που προβλέπει προσαύξηση της αμοιβής του ημερομίσθιου κατά 30% με εξαίρεση τις ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις όπου καταβάλλεται απλά το ημερομίσθιο.

4. Η συζήτηση για την κατάργηση του εξαήμερου φαίνεται να εντάσσεται στη λογική της ελαστικής διευθέτησης του συνολικού εργάσιμου χρόνου με τη δυνατότητα αυξομείωσης των ωραρίων χωρίς την πληρωμή υπερωριών, σύμφωνα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και κατόπιν συλλογικής συμφωνίας. Στόχος του μέτρου αυτού είναι η μη πληρωμή της νόμιμης κατά 30% προσαύξησης για εξαήμερη εργασία. Το μέτρο της ελαστικής διευθέτησης συζητείται να λειτουργεί και με ατομική συμφωνία παρακάμπτοντας τη συλλογική ρύθμιση. Πρόσφατα ο νομοθέτης του μνημονίου(Ν.3986/11) προσέθεσε στις συλλογικές συμφωνίες εκείνες που υπογράφονται με ενώσεις προσώπων, θεσμούς χωρίς την προστασία του Ν.1264/82, αν αυτές εκπροσωπούν το 25% ή και το 15% των εργαζομένων της επιχείρησης.

5. Η επιχειρούμενη ενίσχυση της δυνατότητας των ελαστικών διευθετήσεων επιδεινώνει περαιτέρω τη θέση της εργασίας λόγω των παρατεταμένων και βεβαρημένων ωραρίων σε μια χώρα με υψηλό δείκτη ατυχημάτων και εργοδοτικών αυθαιρεσιών(εκτόξευση της ανασφάλιστης εργασίας από το 23% στο 34%), ιδιαίτερων κλιματολογικών συνθηκών, ενώ δημιουργούνται όροι πλήρους αποδιάρθρωσης της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής των εργαζομένων.

6.Τέλος, η συζήτηση για μείωση του κόστους της εξαήμερης εργασίας συνδυάζεται και με την πλήρη απελευθέρωση των ωραρίων (πχ. εργασία την Κυριακή)σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους τους ,όπως επίσης και εκείνου της υπερεργασίας και των υπερωριών που με το Ν.3863/10 ήδη μειώθηκε κατά 20%.

Δ. Συμπέρασμα

Η δραματική επιδείνωση των αμοιβών , των όρων και των συνθηκών εργασίας που συντελείται κατά την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων δεν αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω υποβάθμιση. Οι συζητούμενες αλλαγές που συμπιέζουν δραματικά το εργασιακό κόστος όχι μόνο ενισχύουν την εργασιακή ανασφάλεια και επισφάλεια και αποδιαρθρώνουν τους όρους απασχόλησης της μισθωτής εργασίας, αλλά ανατροφοδοτούν την ύφεση και την ανεργία.

Τέλος, η αναζητούμενη ανταγωνιστικότητα μέσα από τη συμπίεση των αμοιβών όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται αλλά συνεχώς επιβεβαιώνεται το αντίθετο. Είναι ενδεικτικό, άλλωστε, ότι σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ η θέση της Ελλάδας σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας έχει υποχωρήσει κατά 6 θέσεις κατά την τελευταία διετία που ισοπεδώνονται οι μισθοί καταλαμβάνοντας την 96η θέση σε σύνολο 144 χωρών και υποχωρώντας στη σχετική κλίμακα 30 θέσεις συνολικά κατά την τελευταία 6ετία.

Γιάννης Κουζής

– Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα της Αυτόνομης Παρέμβασης apnet.gr