Υγιεινή και Ασφάλεια στους χώρους των Νοσοκομείων – Νομοθεσία

Η νομοθεσία για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία (ΥΑΕ) έχει εξελιχθεί τα τελευταία έτη υπό την αναγκαιότητα να αναπτυχθεί η ενημέρωση των εργαζομένων, ο διάλογος και οι συμμετοχικές διαδικασίες μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και υπό την κοινή παραδοχή, ότι η βελτίωση της ΥΑΕ αντιπροσωπεύει ένα στόχο ο οποίος δεν μπορεί να εξαρτάται από καθαρά οικονομικές εκτιμήσεις.

Στο θεσμικό πλαίσιο ορίστηκαν και καθιερώθηκαν τα όργανα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση και οι αρμοδιότητες τους. Τα όργανα αυτά είναι η Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΥΑΕ), αποτελούμενη από εκλεγμένους αντιπροσώπους των εργαζομένων, ο Τεχνικός Ασφάλειας και ο Ιατρός Εργασίας ή οι Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΥΠΠ). Στο νόμο διατυπώνεται ρητά η γενική αρχή της ευθύνης του εργοδότη, σύμφωνα με την οποία «ο εργοδότης είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων στην επιχείρηση του και δεν απαλλάσσεται από αυτή την ευθύνη του ούτε όταν οι εργαζόμενοι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους ούτε όταν αναθέτει καθήκοντα προστασίας και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου στον τεχνικό ασφάλειας ή και στο γιατρό εργασίας ή και σε αρμόδιες ΥΠΠ. Ορίστηκαν επίσης τα αρμόδια όργανα ελέγχου του υπουργείου απασχόλησης και οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις {άρθρα 24 και 25 του Ν. 2294/94 και άρθρα 16 και 17 του Ν. 2639/98) που δύναται να επιβληθούν σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων. Για τα δημόσια νοσοκομεία δε μπορούν να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις προστίμου (άρθρο 6 της ΚΥΑ 88555/3293/88), αλλά τις κυρώσεις συναποφασίζουν οι υπουργοί προεδρίας της κυβέρνησης και υγείας, αφού λάβουν αιτιολογημένη έκθεση από τον επιθεωρητή εργασίας.
Τέλος στο νόμο ορίστηκαν οι υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ψηφίσθηκαν και αποτελούν νομοθεσία του ελληνικού κράτους πολυάριθμες οδηγίες (νόμοι, προεδρικά διατάγματα, υπουργικός αποφάσεις) με εφαρμογή στο νοσοκομειακό τομέα. Αναλυτικοί επικαιροποιημένοι κατάλογοι νομοθεσίας για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία υπάρχουν στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ΕΛΙΝΥΑΕ (www.elinyae.gr).
Συμπερασματικά, σε όλα τα νοσοκομεία οι θεσμικές υποχρεώσεις για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία άρχισαν να ισχύουν από το 1992. Με βάση αυτές τις υποχρεώσεις σε κάθε νοσοκομείο πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα, με τα οποία θα εξασφαλίζεται η προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Η εφαρμογή των μέτρων πρέπει να γίνεται με βάση συγκεκριμένες γενικές αρχές πρόληψης (π.χ. αποφυγής των κινδύνων, καταπολέμησης στην πηγή τους, προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο κ.λπ.). Στα μέτρα, που σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων, περιλαμβάνονται δραστηριότητες πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων. Στη συνέχεια θα επισημανθούν οι βασικότερες υποχρεώσεις των εργοδοτών (δηλαδή των διοικήσεων των νοσοκομείων) και των εργαζομένων για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία.
1. Η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης. Σε όλα τα νοσοκομεία ανεξαρτήτως αριθμού εργαζομένων ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας. Ο γιατρός εργασίας είναι απαραίτητος και σε νοσοκομεία που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους, εκτός εάν από την εκτίμηση των κινδύνων δεν καταδειχτεί κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια των εργαζομένων από τις καρκινογόνες ουσίες, τους βιολογικούς παράγοντες κ.λπ. Το νοσοκομείο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για παροχή υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης, δύναται να επιλέξει μεταξύ των περιπτώσεων ανάθεσης των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας: σε εργαζόμενους στην επιχείρηση, σε άτομα εκτός της επιχείρησης, σε εξωτερικές υπηρεσίες προστασίας και πρόληψης (ΕΞΥΠΠ) ή σε συνδυασμό μεταξύ αυτών των δυνατοτήτων.
2. Ο εργοδότης οφείλει να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία, λε κάθε νοσοκομείο πρέπει να υπάρχει μία γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων και να καθορίζονται τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν. Σκοπός της εκτίμησης των κινδύνων είναι να ενσωματωθεί η πρόληψη στην λειτουργία της επιχείρησης, να ιεραρχηθούν οι κίνδυνοι και να τεθούν προτεραιότητες ώστε να εξασφαλίζεται η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων.
3. Η ανάθεση καθηκόντων σε εργαζόμενο προϋποθέτει την υποχρέωση του εργοδότη να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζόμενου που σχετίζονται με την υγεία και την ασφάλεια. Για το λόγο αυτό, ο γιατρός εργασίας οφείλει να γνωματεύει γραπτώς για την καταλληλότητα του εργαζομένου για τη συγκεκριμένη εργασία,
4. Η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων. Η ενημέρωση περιλαμβάνει θέματα της σχετικής νομοθεσίας, τους κινδύνους και τα μέτρα που λαμβάνονται και τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης που ασκούνται καθώς και τους υπευθύνους για τις πρώτες βοήθειες, την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων. Ο εργοδότης υποχρεούται να παρέχει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας μετά την πρόσληψη του, σε τυχόν μετάθεση ή αλλαγή καθηκόντων του ή σε περίπτωση εισαγωγής ή αλλαγής εξοπλισμού εργασίας ή εισαγωγής μιας νέας τεχνολογίας. Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να προσαρμόζεται στην εκτίμηση των κινδύνων και να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κατάλληλη εκπαίδευση για θέματα της αρμοδιότητας τους δικαιούνται να λαμβάνουν επίσης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Η παραπάνω εκπαίδευση παρέχεται κατά την ώρα εργασίας και δεν βαρύνει τους εργαζόμενους ή τους εκπροσώπους τους. Παράλληλα ο εργοδότης υποχρεούται να ενημερώνει τους εργολάβους που εκτελούν εργασίες στο νοσοκομείο και να εξασφαλίζει την ενημέρωση υπό μορφή οδηγιών και για τους εργαζόμενους των εργολάβων.
5. Ο εργοδότης υποχρεούται να διαβουλεύεται με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους και να επιτρέπει τη συμμετοχή τους για όλα τα θέματα που άπτονται της ασφάλειας και της υγείας τους κατά την εργασία. Τέτοια θέματα περιλαμβάνουν την παροχή υπηρεσιών τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας, τον ορισμό των υπευθύνων εργαζομένων για τις πρώτες βοήθειες, την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων, τη γραπτή εκτίμηση των κινδύνων, την ενημέρωση και την εκπαίδευση.
6. Οι εργοδότες, επίσης, οφείλουν να αναγγέλλουν στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες των ασφαλιστικών οργανισμών εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και να τηρούν αρχεία των ατυχημάτων.
7. Ο εργοδότης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα {κατάλληλες υποδομές, διασυνδέσεις με αρμόδιες εξωτερικές υπηρεσίες, ορισμός υπευθύνων εργαζομένων κατάλληλα επιμορφωμένων) για να αντιμετωπίζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα θέματα των πρώτων βοηθειών, της πυρασφάλειας και της εκκένωσης των χώρων. Επίσης έχει υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα για τις περιπτώσεις σοβαρού και άμεσου κινδύνου (π.χ. επιδημία SARS). Αν εργαζόμενος ο οποίος, σε περίπτωση σοβαρού άμεσου και αναπόφευκτου κινδύνου, απομακρύνεται από τη θέση εργασίας του ή και από μια επικίνδυνη ζώνη, προστατεύεται από κάθε ζημιογόνο και αδικαιολόγητη συνέπεια. Παράλληλα, κάθε εργαζόμενος, αν ο εργοδότης έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του, έχει το δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 662 του αστικού κώδικα, ανάλογα με τον κίνδυνο ή τη βλάβη που υφίσταται να απέχει από την εργασία του και να αξιώσει αποζημίωση από τον εργοδότη.
8. Κάθε εργαζόμενος υποχρεούται να εφαρμόζει τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας και να φροντίζει για την ασφάλεια και την υγεία του καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία. Σε αυτά περιλαμβάνονται η σωστή χρήση μηχανημάτων, εξοπλισμού, ατομικών μέσων προστασίας, η άμεση αναφορά στον εργοδότη και στους υπεύθυνους ασφάλειας κάθε επικίνδυνης κατάστασης και παράλειψης. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να συντρέχουν τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και γιατρού εργασίας για τη βελτίωση των συνθηκών υγείας και ασφάλειας και να παρακολουθούν τα σχετικά εκπαιδευτικά σεμινάρια ή άλλα επιμορφωτικά προγράμματα.
9. Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να συστήνουν Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΥΑΕ). Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν δικαίωμα να ζητούν από τον εργοδότη να λαμβάνει μέτρα, να υποβάλλουν στον εργοδότη σχετικές προτάσεις, να παρίστανται κατά τους ελέγχους που διεξάγει η αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και να διατυπώνουν παρατηρήσεις. Οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποι τους έχουν δικαίωμα να απευθύνονται στη αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και δεν πρέπει να υφίστανται δυσμενείς επιπτώσεις εξαιτίας των δραστηριοτήτων τους για θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους κατά την εργασία. 10. Κάθε εργαζόμενος, ακόμα και για προληπτικούς λόγους, μπορεί να προσφεύγει στο γιατρό εργασίας της επιχείρησης ή σε αρμόδια μονάδα του ΕΣΥ ή του ασφαλιστικού του οργανισμού για τη διάγνωση τυχόν βλάβης της υγείας του σε συνάρτηση με τους κινδύνους, όσον αφορά την ασφάλεια και την υγεία του κατά την εργασία. Οι σχετικές δαπάνες δεν βαρύνουν τον ίδιο τον εργαζόμενο. Οι τεχνικοί και υγειονομικοί επιθεωρητές της επιθεώρησης εργασίας, υποχρεώνονται σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους των χώρων εργασίας, που θα πρέπει να περιλαμβάνουν και υποδείξεις για την εφαρμογή της νομοθεσίας.   Παράλληλα υπάρχει υποχρέωση της χώρας μας (μέσω της Γενικής Δ/νσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας) να υποβάλλει έκθεση ανά πενταετία στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων.

Σύγχρονες διεθνείς τάσεις και ελληνική πραγματικότητα
Είναι ευρέως αποδεκτό ότι λόγω της φύσεως των υπηρεσιών του κλάδου, της ραγδαίας ανάπτυξης της βιοϊατρικής τεχνολογίας και της φαρμακευτικής βιομηχανίας, και της επιρροής του σύγχρονου ευρύτερου κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος, η ανάπτυξη των νοσοκομείων, με ποιοτικούς όρους, προϋποθέτει αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης. Στα συστήματα αυτά, υπογραμμίζεται η σημασία της συμμετοχής των εργαζομένων και αναγνωρίζεται ότι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί θεμέλιο σε κάθε διαδικασία αλλαγής και επίτευξης των στόχων. Αποτελεσματική λειτουργία και ποιότητα των υπηρεσιών υγείας σημαίνει ικανοποίηση των ασθενών, του συγγενικού τους περιβάλλοντος και των εργαζομένων.
Στο νοσοκομειακό τομέα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες διαπιστώνεται σταθερή αύξηση των εξόδων, συνεχή αύξηση της χρήσης υψηλής τεχνολογίας και εξοπλισμού, εισαγωγή νέων τάσεων στη διαχείριση (Διαχείριση Ολικής Ποιότητας) και αύξηση των υποχρεώσεων για εναρμόνιση και εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών σε θέματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας. Στα ελληνικά νοσοκομεία επιπροσθέτως καταγράφονται σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό, κυρίως νοσηλευτικό και μάλλον ανεπιτυχείς προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαπλοκής/διαφθοράς και την ορθολογιστική διαχείριση των προμηθειών και των ασφαλιστικών ταμείων.
Οι κακές συνθήκες εργασίας κοστίζουν στην Ευρώπη κάθε χρόνο περισσότερους από εκατό χιλιάδες πρόωρους θανάτους και άλλες τόσες νέες περιπτώσεις επαγγελματικών παθήσεων. Οι οικονομικές απώλειες είναι της τάξεως των 500 δις ευρώ ετησίως (4% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ). Ανάλογα στοιχεία δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, αν και θεσμικά, οι αρμόδιες μονάδες των ασφαλιστικών οργανισμών ή του ΕΣΥ οφείλουν να ενημερώνουν την αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και τον γιατρό εργασίας του νοσοκομείου, σε ενδεχόμενο πρόβλημα υγείας εργαζόμενου. Για πολλούς λόγους, αυτή η διαδικασία δεν έχει ουδέποτε ενεργοποιηθεί, ενώ θα μπορούσε να οδηγήσει, στον εντοπισμό και την καταγραφή επαγγελματικών παθήσεων και συνακόλουθα στην καταπολέμηση των γενεσιουργών αιτιών τους, προς όφελος όχι μόνον των εργαζομένων αλλά και των ασφαλιστικών οργανισμών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας το ρόλο και τη σημασία της πρόληψης των νοσημάτων και των ατυχημάτων, αναπτύσσει δράσεις οι οποίες αποβλέπουν στον έλεγχο των κινδύνων για τη σωματική και ψυχική υγεία. Βεβαίως, δεν υποκαθιστά τις ευθύνες των κρατών μελών όσον αφορά στη διαμόρφωση της πολιτικής τους και της κατανομής των πόρων στον τομέα της υγείας και δεν παρεμβαίνει στην οργάνωση, παροχή και διαχείριση των υπηρεσιών.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναπτύσσει ένα πρόγραμμα δράσης για την Υγεία των Εργαζομένων 2008-2017, με σκοπό την εκτίμηση και την εξουδετέρωση των κινδύνων για την υγεία στους εργασιακούς χώρους οι οποίοι επιβαρύνουν την νοσηρότητα του πληθυσμού.
Στην Ελλάδα, οι πολιτικές στα θέματα υγείας και ασφάλειας παραμένουν σε εμβρυϊκό επίπεδο, τόσο στο επίπεδο του νοσοκομείου όσο και στο επίπεδο του κλάδου συνολικά. Σε πείσμα των σύγχρονων τάσεων, των επιταγών των συστημάτων διαχείρισης και των ρητών νομοθετικών απαιτήσεων για τη βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος, πρακτικά δεν παρέχονται υπηρεσίες υγείας και ασφάλειας και, όπου παρέχονται εστιάζουν στις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις. Αν επιπροσθέτως αναλογιστεί κανείς την κατάσταση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τις δημογραφικές εξελίξεις, προκαλεί απορία το γεγονός γιατί η πολιτεία δεν επενδύει στην προστασία της υγείας του εργαζόμενου πληθυσμού.
Οι αιτίες που δεν ενεργοποιείται ο κλάδος στα θέματα υγείας και ασφάλειας, σε μία υποκειμενική εκτίμηση, περιλαμβάνουν:
-Την περιθωριοποίηση δράσεων και πολιτικών προληπτικής ιατρικής και αγωγής υγείας, παρά το θόρυβο περί του αντιθέτου.
-Την έλλειψη συντονισμού και ομοιογένειας. Οι δικαιοδοσίες μοιράζονται στα Υπουργεία Υγείας, Απασχόλησης και Οικονομίας και αναπτύσσονται μικρότερες ή μεγαλύτερες ανισότητες μεταξύ των επαγγελματιών του χώρου που αποτελούν – υπό κοινωνικό-οικονομικό πρίσμα – ανομοιογενή πληθυσμό.
-Την άγνοια, την έλλειψη στοιχείων και πληροφόρησης για το τι πραγματικά συμβαίνει. Για παράδειγμα, η μηδαμινή καταγραφή επαγγελματικών παθήσεων δεν επιτρέπει να αποτυπωθεί το μέγεθος του προβλήματος και κατά συνέπεια το δυνητικό όφελος από τις προληπτικές παρεμβάσεις.
-Την ανοχή που επιδεικνύουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του δημοσίου, στη μη συμμόρφωση των διοικήσεων των νοσοκομείων απέναντι στις θεσμικές τους υποχρεώσεις για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων (ΥΑΕ). Μία πιθανή εξήγηση ίσως αποτελείτο γεγονός, ότι ο έλεγχος θα κατέληγε στην αποστολή γραπτής αιτιολογημένης έκθεσης από τον επιθεωρητή εργασίας προς δύο υπουργούς, οι οποίοι, εν συνεχεία, θα έπρεπε να επιβάλουν κυρώσεις στις επιλεγμένες απ’ αυτούς διοικήσεις των δημοσίων νοσοκομείων.
-Την υποτονικότητα των συνδικαλιστικών ενώσεων στην ουσιαστική προώθηση των ζητημάτων ΥΑΕ. Ο χαρακτήρας και η οργάνωση των νοσοκομείων επιτρέπει σε αρκετά «συντεχνιακά συμφέροντα», να επωφελούνται από status quo και να αντιστέκονται σε προσπάθειες για αλλαγές.
-Ίσως και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, κυρίως λόγω άγνοιας δεν θέτουν σε υψηλή προτεραιότητα τα ζητήματα ΥΑΕ. Συχνά αξιοποιούν τη δυνατότητα πρόσβασης και παίρνουν ιατρικές οδηγίες στους «διαδρόμους», υποβάλλονται σε εξετάσεις και θεραπείες ακόμη και για νοσήματα σχετιζόμενα με την επαγγελματική έκθεση και ακούσια υποσκάπτουν την αναγκαιότητα των Υπηρεσιών Υγείας και Ασφάλειας της Εργασίας (ΥΥΑΕ).
-Οι ανταγωνιστικές απαιτήσεις στους περιορισμένους πόρους εί¬ναι πολύ ισχυρές αφού άλλες προτεραιότητες – όχι πάντα τεκμηριωμένες – όπως η αγορά υπερσύγχρονης τεχνολογίας συχνά απορροφούν τα κονδύλια.
Έλλειμμα παροχής ΥΥΑΕ στα νοσοκομεία διαπιστώνεται σε μικρότερο βαθμό και διεθνώς, όπου οι περισσότερες δραστηριότητες ΥΑΕ περιορίζονται στους εμβολιασμούς, τη συμβουλευτική και τις εξετάσεις κατά την πρόσληψη. Σε λίγες περιπτώσεις αναπτύσσονται δράσεις και προγράμματα εκπαίδευσης και ενημέρωσης, περιοδικών εξετάσεων, επιθεωρήσεων και παρακολούθησης του εργασιακού περιβάλλοντος, δράσεις προαγωγής υγείας.

 – Πηγή: ΕΛΙΝΥΑΕ (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ. ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ Έκδοση 2007)