Δουλεύοντας στην Ψυχική Υγεία στη Βρετανία Ολόκληρη η έρευνα του συνδικάτου UNISON

Δημοσιεύουμε σήμερα ολόκληρη την έρευνα του βρετανικού συνδικάτου UNISON για τους εργαζομένους στον τομέα της ψυχικής υγείας.

Όπως καταδεικνύεται από τις απαντήσεις των εργαζομένων (κι εδώ η πραγματικότητα θυμίζει πολύ έντονα Ελλάδα), τα προβλήματα σχετίζονται κυρίαρχα με τις περικοπές στη χρηματοδότηση, την υποστελέχωση, την εντατικοποίηση και την εδραίωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης. Δηλαδή συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα που εφαρμόζονται σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η ελεύθερη απόδοση του κειμένου στα ελληνικά έγινε από τη συντακτική ομάδα του ygeionomikoi.gr.

Εισαγωγή

Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας βρίσκονται όλο και περισσότερο στο μικροσκόπιο, καθώς κάθε χρόνο ένας στους τέσσερις κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου βιώνει κάποιο σχετικό πρόβλημα. Αντίστοιχα, το θέμα ανεβαίνει όλο και ψηλότερα στην πολιτική ατζέντα. Πολιτικοί απ’ όλα τα κόμματα έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν τη συχνότητα των προβλημάτων, όπως και την αυξανόμενη ανάγκη να ληφθούν μέτρα ώστε να παρασχεθεί βοήθεια σε όσους τη χρειάζονται.

Αλλά όσο αυτό συμβαίνει, υπάρχει ένας κίνδυνος: Να ξεχαστούν ή να αγνοηθούν οι φωνές αυτών που παρέχουν τις υπηρεσίες. Ως Unison, θέλουμε να εξασφαλίσουμε πως η φωνή του προσωπικού θα ακουστεί. Έτσι, φέτος πραγματοποιήσαμε μια έρευνα μεταξύ των μελών μας που εργάζονται στην ψυχική υγεία.

Τα ευρήματα της έρευνας οδηγούν σε δυσοίωνα συμπεράσματα. Αποκαλύπτουν ότι οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας έχουν δεχτεί σφοδρό χτύπημα από τις περικοπές στη χρηματοδότηση του NHS (στμ: το βρετανικό ΕΣΥ), κάτι που έχει βλαπτικές συνέπειες τόσο για τους χρήστες των υπηρεσιών όσο και για τους εργαζομένους σε αυτές. Οι πρώτοι έχουν αφεθεί να πασχίζουν για πρόσβαση στις υπηρεσίες που έχουν ανάγκη. Οι δεύτεροι, δουλεύοντας σε υποχρηματοδοτούμενες δομές, έχουν καταστεί ευάλωτοι σε φαινόμενα βίας και επιθετικότητας, και ανήμποροι να παράσχουν το επίπεδο περίθαλψης που χρειάζονται οι ασθενείς. Επίσης, η συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού αναφέρει συχνό εργασιακό στρες, με πολλούς να υποφέρουν τόσο πολύ ώστε να έχουν χρειαστεί άδεια από τη δουλειά.

Η Unison μάχεται για δίκαιη χρηματοδότηση της ψυχικής υγείας. Οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφοράς ποιοτικών υπηρεσιών και εκπλήρωσης του καθήκοντός τους σε ένα περιβάλλον, το οποίο θα σέβεται και τη δική τους ψυχική και σωματική υγεία.

Ταυτότητα

Η έρευνα, με τη μορφή ερωτηματολογίου, διεξήχθη στο προσωπικό της ψυχικής υγείας το Σεπτέμβριο του 2017. Λάβαμε άνω των 1.000 απαντήσεων από ένα ευρύ φάσμα εργασιακών χώρων, έως και δομές της τοπικής αυτοδιοίκησης, κέντρα άνοιας ή κλειστές-ασφαλείς δομές. Οι συμμετέχοντες καλύπτουν ειδικότητες από νοσηλευτές, διοικητικούς και υπαλλήλους γραφείου έως κοινωνικούς λειτουργούς. Πάνω από τους μισούς εργάζονται ως νοσηλευτές ή υπάλληλοι υγειονομικής περίθαλψης/στήριξης.

Περικοπές υπηρεσιών: Πώς η υποχρηματοδότηση έχει πλήξει τις υπηρεσίες

Το 68% των συμμετεχόντων νιώθει πως δεν του δίνεται η δυνατότητα να προσφέρει την καλύτερη υποστήριξη στους χρήστες των υπηρεσιών. Το 32% νιώθει πως στην ομάδα του δεν υπάρχει το κατάλληλο μίγμα προσόντων και ειδικών για να προσφέρει καλή υποστήριξη.

Στα σχόλιά τους, κάποιοι έγραψαν ότι οι περικοπές επηρέασαν όσα μπορούσαν να προσφέρουν, με πολλούς να αναφέρουν ασθενείς σε ακατάλληλους χώρους ελλείψει νοσηλευτικών κλινών, έλλειψη υπηρεσιών, έλλειψη πόρων και αυξημένο εργασιακό φόρτο εργασίας που οδηγεί σε λιγότερη επίβλεψη.

Όσον αφορά την αδυναμία έγκαιρης πρόσβασης των περιστατικών στο σύστημα, το 76% την καταλογίζει στην υποστελέχωση και το 75% στην έλλειψη πόρων. Το 61% ανέφερε μακρές λίστες αναμονής και το 64% έλλειψη κλινών. Το 60% νιώθει ότι δεν έχει αρκετό χρόνο να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ασθενών, των οικογενειών και των ανθρώπων που τους φροντίζουν. Αυτό έχει ως πιθανή παρενέργεια την αυξημένη ζήτηση σε ήδη επιβαρυμένες υπηρεσίες.

Η μοναχική εργασία φαίνεται να βρίσκεται σε άνοδο, με 33% να δηλώνει ότι εξαιτίας περικοπών δουλεύει πλέον μόνο του στη βάρδια, εκεί που πριν δούλευε με άλλους. Το 31% έχει νιώσει συχνά ανασφάλεια λόγω δυσμενούς αναλογίας προσωπικού-ασθενών τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 37% ανέφερε ότι αυτό έχει συμβεί μόνο μερικές φορές. Μόλις το 20% ανέφερε ότι δεν έχει συμβεί καθόλου.

Πάνω από 300 συμμετέχοντες στην έρευνα εμπλέκονται στην επίβλεψη ατόμων που κάνουν πρακτική άσκηση. Από αυτούς, το 62% αναφέρει πως δεν είχε αρκετό χρόνο για να προσφέρει καλή υποστήριξη στους εκπαιδευομένους. Αυτό είναι ανησυχητικό, αν λάβουμε υπόψη τη δυσκολία να προσελκυστούν άνθρωποι -ιδίως νέοι- στον τομέα της ψυχικής υγείας. Επίσης, στο ερώτημα εάν οι σπουδαστές αντιμετωπίστηκαν ως τακτικό προσωπικό εντός της ομάδας, το 22% απάντησε μερικές φορές και το 13% συχνά.

Εργασιακό στρες

Εργασιακό στρες τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, νιώθει το 74% των συμμετεχόντων. Μάλιστα, οι μισοί από αυτούς (36%) αγχώνονται σε καθημερινή βάση. Με την πίεση να επηρεάζει τις υπηρεσίες υγείας, αυτό ίσως δε θα ‘πρεπε να μας προκαλεί έκπληξη, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ανησυχητικό. Ανησυχητικός είναι επίσης ο βαθμός, στον οποίο οι εργαζόμενοι νιώθουν τον αντίκτυπο του στρες: Πάνω από ένας στους πέντε, 22%, έχει λάβει γι’ αυτό το λόγο ρεπό ή άδεια από την εργασία το περασμένο έτος.

Αυτά τα ευρήματα καταδεικνύουν την ανάγκη για δραστικά μέτρα, ώστε να προστατευτεί η ψυχική υγεία και η ευεξία του προσωπικού. Όμως οι μισοί συμμετέχοντες, ακριβώς το 50%, δήλωσαν ότι ο εργοδότης τους δε φρόντιζε για την ψυχική τους υγεία.

Δεδομένων των προβλημάτων στην πρόσληψη και διατήρηση των εργαζομένων στον τομέα της ψυχικής υγείας και ευρύτερα στο δημόσιο σύστημα, αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως, εάν το σύστημα σκοπεύει να διατηρήσει το αναγνωρισμένο επίπεδό του με καλά εκπαιδευμένο προσωπικό και να ενθαρρύνει νέες «στρατολογήσεις».

Τα επίπεδα στρες φαίνεται επίσης να επηρεάζονται από την ισορροπία ωρών εργασίας και χρόνου προσωπικής ζωής, ή την έλλειψη αυτής της ισορροπίας. Το 38% ανέφερε ότι δούλεψε απλήρωτες υπερωρίες τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα. Σχετικά με την αιτία των υπερωριών, το 68% την εντόπισε στον αυξημένο φόρτο εργασίας και το 57% στην έλλειψη προσωπικού.

Βία και επιθετικότητα

Ένα κοινό θέμα ήταν ότι η λεκτική ή σωματική επιθετικότητα συνέβαινε σε καθημερινή βάση και ότι αυτό απλά «πάει πακέτο με τη δουλειά». Ένας από τους συμμετέχοντες δήλωσε: Θα έλεγα ότι οι ασθενείς σε καθημερινή βάση επιτίθενται λεκτικά. Τώρα που το σκέφτομαι, θεωρώ ότι μάλλον αυτή η κατάσταση αφορά ένα μεγάλο αριθμό ασθενών, παρά ότι είναι σπάνια γεγονότα.

Προκαλεί ανησυχία το γεγονός ότι 42% των ερωτηθέντων έχουν υποστεί ένα περιστατικό βίας ή επιθετικότητας από χρήστη των υπηρεσιών τον προηγούμενο χρόνο, με σοκαριστικά παραδείγματα σωματικής βίας. Περισσότερο από το ένα τρίτο (36%) υπήρξε μάρτυρας σε ένα βίαιο περιστατικό, όπου θύμα ήταν συνάδελφος.

Ένας από τους συμμετέχοντες περιέγραψε μία επίθεση όπου «τους χτυπούσαν στο πάτωμα», ενώ άλλοι μίλησαν για «απόπειρα στραγγαλισμού», «κεφαλοκλείδωμα», «χτυπήματα στο πρόσωπο που είχαν ως συνέπεια κατάγματα στη μύτη», «γρονθοκοπήματα κατά τη διάρκεια φροντίδας ασθενών ή μη αναμενόμενη σωματική κακοποίηση, από ασθενείς που βρίσκονται σε σύγχυση κατά την ώρα που τους παρέχονται υπηρεσίες».

Ωστόσο, αυτό που χρειάζεται να εξεταστεί είναι οι αιτίες αυτών των βίαιων περιστατικών και το κατά πόσο μπορούν να προληφθούν. Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως, δεδομένων και των ευρημάτων της έρευνάς μας σχετικά με τη στελέχωση (αναλογία προσωπικού προς ασθενείς) και τη μοναχική εργασία (ένας στη βάρδια).

Το 36% εκτιμά ότι έχει αυξηθεί η συχνότητα των βίαιων περιστατικών τον τελευταίο χρόνο, με το 87% να δηλώνει ως αιτία την έλλειψη προσωπικού. Το 50% των συμμετεχόντων προσέθεσε το μεγάλο αριθμό του προσωπικού που εργάζεται προσωρινά («ενοικιαζόμενοι»), το οποίο δε μένει αρκετό χρονικό διάστημα στην εργασία ώστε να γνωρίσει καλύτερα τους ασθενείς.

Οι ερωτηθέντες μίλησαν για χρήστες υπηρεσιών που αντιμετωπίζουν «καθυστερήσεις στην πρόσβαση στις υπηρεσίες», επομένως όταν αυτοί θα προσεγγίσουν τις υπηρεσίες, η ψυχική τους υγεία θα έχει σημαντικά επιδεινωθεί. Άλλοι μίλησαν για αύξηση των περιορισμών στην εισαγωγή, με αποτέλεσμα οι χρήστες να αναγκάζονται να μείνουν στην κοινότητα παρότι δεν είναι καλά και χρειάζονται επιπρόσθετη στήριξη. Ή ότι οι καθυστερήσεις έχουν ως αποτέλεσμα «οι χρήστες των υπηρεσιών που νοσηλεύονται, να είναι ήδη σε άσχημη κατάσταση κι άρα να είναι συχνά περισσότερο επιθετικοί ή βίαιοι».

Μερικοί συμμετέχοντες ανέφεραν ότι η αύξηση της χρήσης αλκοόλ και ουσιών από τους χρήστες υπηρεσιών συμβάλλει επίσης στην αύξηση της βίας και της επιθετικότητας. Περισσότεροι από το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων (28%) δήλωσαν ότι η έλλειψη εκπαίδευσης στις τεχνικές αποκλιμάκωσης ήταν ένας παράγοντας, ενώ το 50% είπε ότι ευθύνεται ο μεγάλος αριθμός ενοικιαζόμενων εργαζόμενων. Οι απαντήσεις αναδεικνύουν ότι πάρα πολλά μπορούν να γίνουν για να μειωθεί η συχνότητα των βίαιων περιστατικών – με περισσότερους από έναν στους 10 ερωτηθέντες (12%) να δηλώνουν ότι δεν έχουν εκπαιδευτεί σε τεχνικές αποκλιμάκωσης (όπου αυτό είναι αναγκαίο για το ρόλο τους).

Μόνο το 38% του προσωπικού που είχε υποστεί ένα επεισόδιο βίας ή επιθετικότητας, αισθάνθηκε ότι στηρίχτηκε επαρκώς από τα διευθυντικά του στελέχη. Το 32% δεν ανέφερε το βίαιο επεισόδιο. Κάποιοι δήλωσαν ότι αυτό οφείλεται στην «υπερβολικά επαχθή» διαδικασία υποβολής της αναφοράς, ή ότι «τα περιστατικά ήταν πάρα πολλά για να αναφερθούν». Η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη να γίνουν πολλά περισσότερα ώστε να βοηθηθεί το προσωπικό.

Δουλεύοντας στην ψυχική υγεία

Σχεδόν οι μισοί (48%) των συμμετεχόντων έχουν σχεδιάσει να αφήσουν τη δουλειά τους στην ψυχική υγεία ή σκέφτονται να το κάνουν. Αυτό είναι ανησυχητικό, δεδομένης της μείωσης του αριθμού των φοιτητών νοσηλευτικής, των προσλήψεων και των προβλημάτων που ενδημούν στις δομές ψυχικής υγείας. Απ’ όσους πρόκειται/σκέφτονται να φύγουν, το 26% ανέφερε ως αιτία την επιβάρυνση της ψυχικής του υγείας και ευεξίας λόγω της δουλειάς, και το 22% ότι δεν είδε σημαντική αύξηση στο μισθό τα τελευταία χρόνια.

Όμως, παρά το πιεστικό περιβάλλον εργασίας στον κλάδο και τις ανησυχίες του προσωπικού σχετικά με τις περικοπές στις υπηρεσίες, περισσότερο από τα δύο τρίτα (67%) αισθάνεται επιβράβευση μέσα από την εργασία στην ψυχική υγεία. Το 45% θα συνιστούσε σε άλλους να επιλέξουν να εργαστούν σε αυτήν.

Ευρήματα της έρευνας – ανακεφαλαίωση

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 2017 και περιλαμβάνει 1071 ερωτηθέντες. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα εργασιακού περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων κοινοτικών δομών ψυχικής υγείας ενηλίκων, δομών φροντίδας για την άνοια και κλειστών («ασφαλών») δομών. Το 86% των ερωτηθέντων εργαζόταν στο δημόσιο σύστημα υγείας (NHS), το 7% σε ιδιώτες παρόχους και το 4% στις κοινοτικές δομές της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Οι συμμετέχοντες ανήκαν σε διάφορες επαγγελματικές ομάδες, από νοσηλευτές, διοικητικό προσωπικό και υπαλλήλους γραφείου έως κοινωνικούς λειτουργούς. Πάνω από το 50% εργαζόταν ως νοσηλευτές ή υπάλληλοι υγειονομικής περίθαλψης/στήριξης (health care assistant/support worker). Το 61% δήλωσε ότι δουλεύει στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας για περισσότερο από 11 χρόνια.

  • Εργασιακό στρες

To 74% ανέφερε ότι αισθάνεται άγχος λόγω της δουλειάς του, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Το 36% αγχώνεται σε καθημερινή βάση. Το 22% είχε βγει εκτός εργασίας λόγω εργασιακού στρες το περασμένο έτος. Οι μισοί συμμετέχοντες ανέφεραν ότι δεν πιστεύουν ότι ο εργοδότης τους φροντίζει για την ψυχική και σωματική υγεία του προσωπικού.

38% των ερωτηθέντων κάνει απλήρωτες υπερωρίες τουλάχιστον 2-3 φορές την εβδομάδα, με πιο συχνή αιτία (68%) τον αυξημένο εργασιακό φόρτο – εντατικοποίηση. 57% ανέφερε τις ελλείψεις προσωπικού και 47% τις αυξημένες ανάγκες των χρηστών των υπηρεσιών.

  • Βία και επιθετικότητα

Το 42% είπε ότι έχει υποστεί βία ή επιθετικότητα από χρήστη των υπηρεσιών το προηγούμενο έτος, ενώ το 38% δεν είχε την κατάλληλη στήριξη από τα διευθυντικά στελέχη μετά το περιστατικό.

Σύμφωνα με το 87%, η έλλειψη προσωπικού είναι μία από τις αιτίες της αυξημένης συχνότητας περιστατικών βίας κατά τον προηγούμενο χρόνο. Ο μεγάλος αριθμός του ενοικιαζόμενου προσωπικού αναδείχθηκε επίσης από το 50% των συμμετεχόντων. Το 86% θεωρεί ότι διαθέτει τη γνώση και την εκπαίδευση που απαιτείται, ώστε να εκτελέσει με ασφαλή και σωστό τρόπο το έργο τους.

  • Περικοπές στις υπηρεσίες

Το 60% δήλωσε αδυναμία να ικανοποιήσει τις ανάγκες των χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των οικογενειών τους.

Η υποστελέχωση κι η υποχρηματοδότηση επισημάνθηκαν (76% και 75% αντίστοιχα) ως τα δύο μεγάλα εμπόδια που φράζουν την έγκαιρη πρόσβαση των ατόμων στις υπηρεσίες. Το 68% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι οι χρήστες των υπηρεσιών «έφταναν όλο και περισσότερο σε σημείο κρίσης πριν καταφέρουν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες».

Το 33% δήλωσε ότι αναγκάζεται να εργάζεται μόνο του (μοναχική εργασία) εξαιτίας των περικοπών στη χρηματοδότηση.

  • Δουλεύοντας στην ψυχική υγεία

Το 67% βρίσκει επιβράβευση στην εργασία στην ψυχική υγεία. Ωστόσο, το 34% δε θα σύστηνε σε άλλους να εργαστούν σε αυτές τις υπηρεσίες. Το 26% ανέφερε την επιβάρυνση της δικής του ψυχικής υγείας και ευεξίας ως αιτία για την πρόθεσή του να εγκαταλείψει την εργασία στον τομέα ψυχικής υγείας.

Συμπέρασμα

Η έρευνα της UNISON αναδεικνύει σαφώς τη ζημιά που έχουν προκαλέσει οι κυβερνητικές περικοπές, όχι μόνο σε όσους χρειάζονται υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά και στους εργαζομένους στον τομέα αυτό. Οι περικοπές στις υπηρεσίες έχουν προκαλέσει ελλείψεις προσωπικού κι έχουν αυξήσει το φόρτο εργασίας στους νυν εργαζομένους. Η ψυχική υγεία των εργαζομένων στον τομέα δεν είναι καλή κι αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στις υπηρεσίες που αυτοί οι εργαζόμενοι παρέχουν.

Οι ελλείψεις προσωπικού αναφέρθηκαν επανειλημμένα στην έρευνά μας ως αιτία για τη μη έγκαιρη πρόσβαση των ψυχικά πασχόντων στις υπηρεσίες, καθώς και για την αύξηση των περιστατικών βίας απέναντι στο προσωπικό που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες. Η UNISON ζητά την πλήρη επανεξέταση των ορίων ασφαλούς στελέχωσης στις δομές ψυχικής υγείας, με στόχο τον καθορισμό ενός κατώτατου ορίου.

Οι εργαζόμενοι στην ψυχική υγεία πρέπει να ανταμείβονται κατάλληλα για τη δουλειά που επιτελούν, καταργώντας άμεσα το ανώτατο όριο αμοιβής στο δημόσιο τομέα. Τον προηγούμενο μήνα, τα συνδικάτα υγείας υπέβαλλαν αίτημα χρηματοδότησης του NHS στον Καγκελάριο Θησαυροφύλακα (στμ: ο επίσημος τίτλος του υπουργού οικονομίας), προτρέποντας τον να διαθέσει κονδύλια στον προϋπολογισμό του Νοεμβρίου για αύξηση των αμοιβών σύμφωνα με τον πληθωρισμό. Το αίτημα επίσης περιείχε την επιπρόσθετη αμοιβή των 800 λιρών ανά εργαζόμενο, προκειμένου να αποκατασταθεί μέρος των μισθολογικών απωλειών της τελευταίας επταετίας.

Με σχεδόν τους μισούς από τους συμμετέχοντες (48%) να παραδέχονται ότι σκέφτονται να εγκαταλείψουν τον τομέα ψυχικής υγείας, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση οφείλει να πάρει άμεσα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίσει την παραμονή όσων παρέχουν αυτή τη βασική υπηρεσία.