
Ετσι, λοιπόν, για να μην επαναλαμβάνομαι θα προσπαθήσω αυτή την φορά να κάνω κάποιες επισημάνσεις περισσότερο ως προς τα ποιοτικά στοιχεία των αλλαγών όπως αυτές έχουν συντελεσθεί κατά το τελευταίο ενάμιση χρόνο.
Πρώτα από όλα αυτό που θα πρέπει να τονισθεί είναι το γεγονός ότι η απορύθμιση και η υποβάθμιση της εργασίας, που συντελείται σήμερα, έχει δρομολογηθεί εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες στην Ελλάδα, με αφετηρία τις αρχές της δεκαετίας του ΄90. Στην πορεία ενισχύθηκε βεβαίως και από την προσπάθεια προσαρμογής της Ελλάδας στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και στο πλαίσιο λειτουργίας της ευρωζώνης όπου επιδιώκεται η μείωση και συμπίεση των δαπανών για την εργασία υπό την υιοθέτηση της θεωρίας για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας με όρους μείωσης του εργατικού κόστους. Στο πλαίσιο αυτό ισχύει και για την ελληνική περίπτωση, αυτό που καταγράφεται και στο ευρωπαϊκό χώρο, μία σημαντική υποχώρηση του μεριδίου της εργασίας στο συνολικό παραγόμενο εισόδημα.
Μπορούμε να πούμε ότι από το ΄84 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000, το 2008, το μερίδιο της εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο στις χώρες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης μειώθηκε κατά 15% εκατοστιαίες μονάδες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η Ελλάδα με ακόμη μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με τον υπόλοιπο μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Παράλληλα θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ακόμα και κατά την περίοδο που η Ελλάδα παρουσίασε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ανάπτυξης, την περίοδο δηλαδή 1995-2008, διαπιστώνουμε ότι σωρευτικά αυξάνονται οι μισθοί κατά 12,5% την στιγμή που η παραγωγικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί κατά 20%, που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικότητας της εργασίας δεν καρπώθηκε από τους εργαζόμενους. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, ο πληθωρισμός αυξάνεται κατά 30% και η κερδοφορία του κεφαλαίου κατά 40%.
Αυτά είναι στοιχεία που προκύπτουν πριν από την εκδήλωση της κρίσης και που βοηθούν για να βγουν κάποια ενδεικτικά συμπεράσματα για το τι ακριβώς ήδη συνέβαινε πριν από την κρίση και το μνημόνιο. Ηδη καταγράφεται η σταδιακή απορύθμιση που συντελούνταν σε όλη αυτή την εικοσαετία, μέσα από συμπληρωματικές παρεμβάσεις νομοθετικές, προκειμένου να ενισχυθεί η προοπτική μείωσης του εργασιακού κόστους με την εισαγωγή και την επέκταση μιας μεγάλης ποικιλίας μορφών ευέλικτης και φθηνής εργασίας. Η εξέλιξη αυτή φθάνει μέχρι ενός σημείου και από το 2009 με την εκδήλωση της κρίσης, αυτή αξιοποιείται σαν αφορμή για την περαιτέρω και εντεινόμενη υποβάθμιση της εργασίας με όλα αυτά τα οποία καταγράφονται το τελευταίο διάστημα.
Υπάρχει καινοτομία στα μέτρα τα οποία υιοθετούνται στην Ελλάδα κατά την περίοδο του μνημονίου; Θα έλεγα πως όχι. Η καινοτομία σε σχέση με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο, όπου βλέπουμε αντίστοιχα, και διάσπαρτα αυτά τα μέτρα στις διάφορες επιμέρους χώρες, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι μας εκπλήσσουν με το περιεχόμενό τους. Ωστόσο η μόνη καινοτομία έγκειται στο ότι σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, όσο είναι αυτός ο ενάμιση χρόνος, έχουν περάσει τόσα πολλά μέτρα και τόσες πολλές αλλαγές που χάνουμε και τον αριθμό τους….. Αυτό είναι το καινοτόμο! Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο γίνεται και μια σοβαρή αναδιανομή του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου, οι μισθοί συρρικνώνονται στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα από 10%-50% σε διάστημα μιας διετίας, ενώ στα δύο αυτά χρόνια έχει υποχωρήσει το βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα κατά δέκα μονάδες εκατοστιαίες απέναντι στο αντίστοιχο της Ε-15 και σε σχέση με αυτό που υπήρχε πριν από την κρίση και το μνημόνιο. Και βεβαίως έπεται και συνέχεια…. Και να λάβει κανείς υπόψη ότι η κατάσταση της μισθωτής εργασίας υποβαθμίζεται συνολικά στην Ευρώπη. Δηλαδή, ενώ γενικά υποβαθμίζεται η εργασία στον ευρωπαϊκό χώρο, στην Ελλάδα αποκλίνει και κατά 10 μονάδες σε σχέση με το επίπεδο που βρίσκονταν πριν από δύο χρόνια.
Ταυτόχρονα με τη συνολική συρρίκνωση των αμοιβών αναπτύσσεται και το φαινόμενο της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Θα πρέπει να δούμε ότι μέσα από τις πολιτικές αυτές ιδιωτικοποιήσεων και εξαγορών των δημόσιων επιχειρήσεων ενισχύεται η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που θα επωφεληθούν. Κάποιοι, ακόμη, θα αξιοποιήσουν την προοπτική της απελευθέρωσης των κλειστών επαγγελμάτων και βεβαίως πάλι κάποιοι, ενδεχόμενα και οι ίδιοι, θα επωφεληθούν από την συρρίκνωση και την εξολόθρευση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Ήδη έχουμε 180 χιλιάδες ανέργους πρώην αυτοαπασχολούμενους. Το κενό από αυτές τις επιχειρήσεις που κλείνουν θα έρθουν, λοιπόν, να καλύψουν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα στο πλαίσιο της ενίσχυσης της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.
Στην βίαιη υποβάθμιση της εργασίας η οποία συντελείται το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα είναι προφανής ο ρόλος της Τρόικας. Να επισημάνουμε ότι η Τρόικα έχει 3 σκέλη από τα οποία δύο είναι στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Και εδώ θα πρέπει να δούμε ότι ο ρόλος του ευρωπαϊκού παράγοντα στις αλλαγές στο πεδίο της αγοράς εργασίας φαίνεται να είναι πιο ισχυρός από τον ρόλο του ΔΝΤ. Νομίζω ότι η εικόνα που έχει δοθεί προς τα έξω είναι περισσότερο ενάντια στο ρόλο του ΔΝΤ, που είναι προφανής και γνωστός ο ρόλος του, αλλά δεν έχει τόσο πολύ αναδειχτεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτή την εξέλιξη, και των φορέων της, όπως η Κομισιόν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βεβαίως δεν θα πρέπει ποτέ να αφήσουμε στο περιθώριο τον ρόλο των γηγενών παραγόντων, οικονομικών και πολιτικών. Ολοι αυτοί πίεζαν από την 10ετία του 1990 για μέτρα τα οποία, τελικά, λαμβάνονται τώρα γιατί δεν υπήρχε η κατάλληλη συγκυρία και η αφορμή προκειμένου να εισαχθούν και να εφαρμοσθούν. Κι εδώ θα λέγαμε ότι για αυτές τις απίστευτες λεπτομέρειες που αφορούν στο πεδίο της αγοράς εργασίας υπάρχουν κάποιοι πληροφοριοδότες από την Ελλάδα που τις δίνουν στην Τρόικα. Αυτή τις υιοθετεί και μετά εισάγονται με νομοθετικές παρεμβάσεις στην Ελλάδα. Θα πρέπει ο ρόλος αυτών των παραγόντων, των γηγενών θα λέγαμε παραγόντων, να αποκαλυφτεί κάποια στιγμή. Αν και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι, σε μεγάλο βαθμό, γνωστοί.
Στο πλαίσιο των αλλαγών οι οποίες καταγράφονται θα πρέπει να επισημανθεί η συντελούμενη σύγκλιση του εργασιακού καθεστώτος μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα. Αυτό άλλωστε εντάσσεται σε μια γενικότερη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχει ενταχθεί και στο πρόσφατα υιοθετημένο σύμφωνο για το ευρώ όπου μέσα από τους πολλαπλούς στόχους που έχουν τεθεί και που αφορούν και θέματα της αγοράς εργασίας, πέραν από την μείωση και συγκράτηση των μισθών, υπάρχει και η προοπτική σύγκλισης του εργασιακού καθεστώτος δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, προφανώς με όρους συνολικής υποβάθμισης.
Τα νέα στοιχεία τα οποία καταγράφονται ήδη τα γνωρίζουμε όλοι. Μέχρι τώρα επίσημη ανεργία στο 17%, αυξημένη εργασιακή επισφάλεια, χαμηλές αμοιβές και κάτι ακόμη πολύ σημαντικό. Διαμορφώνεται μια νέα κουλτούρα εργασίας, κυρίως για τους νέους εργαζόμενους, πολύ διαφοροποιημένη και με αισθητά μειωμένα δικαιώματα σε σχέση με ό,τι γνώρισαν οι παλιότερες γενιές. Προοπτική βαλκανοποίησης των εργασιακών σχέσεων και σύγκλιση με χώρες του τρίτου κόσμου.
Και εδώ θα πρέπει να αξιολογήσουμε τις επιμέρους παρεμβάσεις που γίνονται είτε στο δημόσιο τομέα, είτε στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Ως προς τα μέτρα που έχουν να κάνουν με τον δημόσιο τομέα, εκτός από την προφανή ενίσχυση του κεφαλαίου μέσα από τη μείωση της φορολογίας του και τις ιδιωτικοποιήσεις, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και το εξής: ότι η υποβάθμιση του εργασιακού καθεστώτος στον δημόσιο τομέα είναι ένα πολύ σοβαρό εργαλείο προκειμένου να συντελεστεί μια γενικότερη και αντίστοιχη υποβάθμιση στον ιδιωτικό τομέα. Όταν χάνει λοιπόν την αυξημένη προστασία που παραδοσιακά έχει ο δημόσιος τομέας καταλαβαίνει κανείς πόσο πιο εύκολα υπάρχει η δυνατότητα παρεμβάσεων με όρους περαιτέρω και βίαιης απορύθμισης και στον ιδιωτικό τομέα.
Επίσης ο δημόσιος τομέας έχει υψηλό ποσοστό συνδικαλισμού. Για παράδειγμα στους 100 συνδικαλισμένους στην Ελλάδα οι 55 που συνδικαλίζονται απασχολούνται στον δημόσιο, υπό την ευρεία ή την στενή έννοια του όρου του δημοσίου. Οταν συρρικνωθεί ο συνδικαλισμός στις πρώην δημόσιες επιχειρήσεις είναι προφανές ότι θα δεχτεί ένα πολύ σημαντικό πλήγμα συνολικά το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα.
Και κάτι άλλο ακόμα. Θα πρέπει να ξέρουμε ότι διαμορφώνονται 4 εργασιακά επίπεδα σε σχέση με αυτά τα οποία υπήρχαν πριν από 2 χρόνια. Δύο εργασιακά επίπεδα για τον δημόσιο τομέα, αυτά του προ του 2010 και αυτά που προκύπτουν από το μνημόνιο. Άρα λοιπόν χαμηλώνει ένα επίπεδο ο δημόσιος τομέας. Όταν, όμως, θα ιδιωτικοποιηθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις, το καθεστώς εργασίας στον δημόσιο τομέα δεν θα έχει καμία σχέση με τον ιδιωτικό τομέα που ίσχυε πριν από το 2010. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με 4 διαφορετικά εργασιακά επίπεδα, και ότι μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα θα βλέπουν το εργασιακό τους καθεστώς μειωμένο κατά 3 κλίμακες. Αυτό που ίσχυε πριν από λίγα χρόνια σε ένα άλλο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, και σε αυτό που θα ισχύει αντίστοιχα στο προσεχές μέλλον.
Σε ότι αφορά τώρα στον ιδιωτικό τομέα τα μέτρα κυρίως τα κατατάσσουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Αφενός δημιουργούνται σοβαροί όροι απορρύθμισης ενός πυλώνα του εργατικού δικαίου που είναι η προστασία από τις απολύσεις. Ένα, λοιπόν, πλαίσιο αλλαγών έχει να κάνει με την διευκόλυνση των ατομικών και ομαδικών απολύσεων σε μια περίοδο μάλιστα αυξημένης ανεργίας και ανασφάλειας και με διατηρούμενη σε προκλητικά χαμηλή, σε ύψος και διάρκεια, την επιδότηση των ανέργων.
Το δεύτερο έχει να κάνει με την ενίσχυση όλων αυτών των μορφών ευέλικτης εργασίας όπου πραγματικά ενθαρρύνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η ανάπτυξή τους. Μόνο να δούμε ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου επεκτείνονται ουσιαστικά σε διάρκεια μέχρι την 3ετία, και μάλιστα δημιουργούνται μια σειρά από εξαιρέσεις ούτως ώστε να έχουμε συνεχείς ανανεώσεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου και πέρα της 3ετίας που ποτέ αυτές να μην μπορεί να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Τρίτη διάσταση βεβαίως, και η πιο σημαντική, αφορά στον πυρήνα της διαμόρφωσης του μισθολογικού κόστους που είναι ο τρόπος καθορισμού των μισθών. Εδώ βλέπουμε το πρώτο στάδιο που είναι η απορρύθμιση και η αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτό είναι το ενδιάμεσο στάδιο για να πάμε στην πλήρη εξατομίκευση των αμοιβών. Με τα νέα μέτρα καθιερώνεται η διάβρωση του κλαδικού μισθού ενώ θα πρέπει να ξέρουμε ότι ουσιαστικά έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για να μην ισχύει και ο γενικός κατώτατος μισθός. Ο Νόμος 3845, ο μνημονιακός του 2010, έδωσε την δυνατότητα ούτως ώστε και η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας να μπορεί να διαβρώνεται με ειδικότερη σύμβαση εργασίας, ανεξάρτητα από το ότι δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή.. Κι αυτό θα πρέπει να το επισημάνουμε διότι το έχει ψηφίσει η κυρία Κατσέλη, και επιπλέον με τους νόμους, που εισήγαγε ως υπουργός εργασίας αργότερα, άνοιξε τον δρόμο για την απορρύθμιση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων με αποτέλεσμα το άρθρο 37 που δεν ψήφισε προχθές να αποτελεί απλά την φυσική εξέλιξη των όσων είχαν προηγηθεί.. Δηλαδή αν θα καθίσουμε να δούμε ποια είναι η όλη εξέλιξη στο πεδίο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στην εποχή του μνημονίου θα λέγαμε ότι το άρθρο 37 δεν είχε την βαρύτητα προηγούμενων ρυθμίσεων παρότι συγκέντρωσε μεγάλη δημοσιότητα.
Επίσης θα πρέπει να τονισθεί ότι οι νέοι εισέρχονται στην αγορά εργασίας με αμοιβές 80% επί του βασικού μισθού ώστε ήδη με αυτό τον τρόπο, και επίσημα, να διαβρώνεται η έννοια του γενικού κατώτατου μισθού. Και ακολουθούν βεβαίως οι ελεύθερες ζώνες φορολογίας και αμοιβών που θα πρόκειται να δημιουργηθούν με βάση τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από την κυβέρνηση.
Πολύ σοβαρό είναι ακόμη το ζήτημα της μη επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ενώ μέσα από τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, με δυσμενέστερο περιεχόμενο από εκείνο των κλαδικών συμβάσεων, ενισχύεται η προοπτική του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Εκεί δηλαδή που οι εργοδότες απέφευγαν το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί σωματείο επιχειρησιακό και να υπογραφεί συλλογική σύμβαση εργασίας που να βελτιώνει το περιεχόμενο των κλαδικών συμβάσεων, βλέπουμε να σπεύδουν ταχέως προκειμένου να φτιαχτούν ελεγχόμενες συλλογικότητες με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Μόνο και μόνο ένα στοιχείο να αναφέρω. Με βάση τον Νόμο που ίσχυε από το 1990 οι επιχειρήσεις που είχαν πάνω από 50 εργαζόμενους και που είχαν δυνατότητα υπογραφής συλλογικών συμβάσεων εργασίας, για συλλογική σύμβαση εργασίας, ήταν περί τις 4.000(περίπου το 0,5% του συνόλου των ιδιωτικών επιχειρήσεων). Λοιπόν από αυτές μόνο σε 140 επιχειρήσεις υπογράφονταν συλλογικές συμβάσεις. Γιατί; Γιατί είτε δεν υπήρχαν επιχειρησιακά σωματεία, δεν άφηναν δηλαδή να αναπτυχθεί στις επιχειρήσεις συνδικαλισμός. Κι εκεί που υπήρχαν αποθάρρυναν το ενδεχόμενο να υπογραφεί συλλογική σύμβαση εργασίας. Και τώρα βλέπουμε ότι γίνεται μια προσπάθεια προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία σύστασης σωματείων….
Μια άλλη διάσταση που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, πέρα από την γενικότερη απορύθμιση που συμβαίνει ως προς το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, είναι αυτό που έχει να κάνει με το γεγονός ότι θα πρέπει μέσα από τις επιχειρησιακές συμβάσεις να τονίζεται η προοπτική της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Ετσι λοιπόν ο νόμος της Κατσέλη άνοιξε το δρόμο στις ειδικές επιχειρησιακές συμβάσεις που θα υπογράφονται πρώτον για λόγους διάσωσης θέσεων εργασίας, και δεύτερον, και το πιο σημαντικό, για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης. Κι εκεί θα λέγαμε είναι όλο το παιχνίδι που παίζεται ούτως ώστε ιδιαίτερα κερδοφόρες επιχειρήσεις να προσπαθούν να υπογράψουν συμβάσεις με περιεχόμενο κάτω από αυτό που ισχύει σε κλαδικό επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο μπαίνει το συνδικάτο στη λογική του επιχειρηματία ως προς την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης, προσαρμόζεται στη λογική του με αποτέλεσμα να μπαίνει στη λογική της ανταγωνιστικότητας. Ανταγωνιστικότητα είναι να ανταγωνιστώ τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, που σημαίνει να τις κλείσω αν είναι δυνατόν και ο εργαζόμενος της ανταγωνίστριας επιχείρησης να βρεθεί στην ανεργία. Αυτό είναι το προφανές αποτέλεσμα. Διολίσθηση μέσα από αυτές τις διαδικασίες σε μια πλήρη απορρύθμιση και αποδιάρθρωση της έννοιας του συνδικαλισμού που μπορούν να οδηγήσουν οι επιχειρησιακές συμβάσεις με τον τρόπο που λειτουργούν.
Και κάτι άλλο σχετικά πάντα με τις συλλογικές συμβάσεις που νομίζω ότι δεν έχει σε ιδιαίτερο βαθμό τονισθεί η σημασία του. Πρόκειται για τα μέτρα που έχουν παρθεί για τον ΟΜΕΔ και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η διαιτησία πλέον δεν έχει αρμοδιότητα πέραν των βασικών μισθών που σημαίνει ότι και η επιδοματική πολιτική αλλά κυρίως όλο το θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων είναι στον αέρα.
Βεβαίως αυτές οι εξελίξεις αποβλέπουν στη διαιώνιση ενός παραγωγικού προτύπου που στηρίζεται σε μια ακόμη περισσότερο υποβαθμισμένη εργασία. Βεβαίως έχουν υπάρξει κατά καιρούς εναλλακτικές προτάσεις για άλλο παραγωγικό πρότυπο σε συνάρτηση με την αναβάθμιση εργασίας. Δεν πρόκειται να δώσω ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό σήμερα. Αλλωστε σε παλιότερες συναντήσεις είχαμε δει και τους άξονες εκεί που θα μπορούσε να δει κάποιος την αναβάθμιση της εργασίας. Και αυτό μάλιστα σε μια περίοδο που δεν υπήρχε ακόμα μνημόνιο και υπήρχε η ανάγκη να έχουμε παρεμβάσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την ήδη συντελούμενη υποβάθμιση της εργασίας και τα φαινόμενα που αναπτύσσονταν με όρους εργασιακού μεσαίωνα.
Ωστόσο ένα άλλο στοιχείο που θα ήθελα να τονίσω είναι το ότι αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν και πολλές προκλήσεις στα συνδικάτα. Εδώ θα λέγαμε ότι εκτός από το γενικότερο πλαίσιο που βιώνουμε, δηλαδή την γενικότερη απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, την μείωση του ρόλου των συνδικάτων μέσα και από τις ιδιωτικοποιήσεις και την συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, προσθέτουμε την προσπάθεια ανάπτυξης του εργοδοτικού συνδικαλισμού, την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων, του ρόλου των κλαδικών συμβάσεων και των κεντρικών συνδικάτων.
Ωστόσο νομίζω ότι είναι και μια αφορμή, για να έχουμε μια επιστροφή σε παραδοσιακές αξίες του Συνδικαλιστικού Κινήματος που θεωρώ ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εξαϋλωθεί. Σε μια περίοδο όπου η έννοια του συνδικαλισμού είναι, όσο ποτέ άλλοτε, αναγκαία θα πρέπει να επανέλθουμε σε αυτές όπως, μεταξύ άλλων, η αλληλεγγύη και η ενότητα. Αλληλεγγύη ανάμεσα στις επιμέρους κατηγορίες και τα στρώματα της μισθωτής εργασίας, μιας και που η εργασία συνολικά υποβαθμίζεται και το ένα εργασιακό καθεστώς μοιάζει τόσο πολύ με το άλλο, στοιχεία που δημιουργούν και καλύτερους όρους αλληλεγγύης μεταξύ εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, μεταξύ ατυπικής και τυπικής εργασίας. Και όλα αυτά σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο δημόσιο τομέα αρχίζουν και δέχονται πολλούς κραδασμούς τα πελατειακά συστήματα που απελευθερώνουν δυνάμεις μέσα στο χώρο των εργαζομένων.
Όταν λέμε για προκλήσεις είναι προφανές ότι απαιτείται προσέγγιση των νέων ηλικιών στα Συνδικάτα. Αυτό θα λέγαμε είναι το μεγάλο στοίχημα, που τίθεται για το Συνδικαλιστικό Κίνημα για να αντιμετωπισθεί η νέα εργασιακή κουλτούρα που επιχειρείται να επικρατήσει μέσα από τις νέες ηλικίες των εργαζομένων.
Η ενότητα είναι παραδοσιακή αξία όπου δεν θα πρέπει να αναζητείται με τυπικούς αλλά κυρίως με ουσιαστικούς. Μπορεί να δει κανείς το πρόβλημα του πολυκερματισμού των Συνδικάτων, ακόμη και την ενότητα σε κορυφαία βάση. Δηλαδή σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, έχει εκλείψει ο ουσιαστικός λόγος της διάκρισης ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Μην ξεχνάμε ότι η διάκριση ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και η ξεχωριστή συνδικαλιστική έκφραση των δημοσίων υπαλλήλων επιβλήθηκε με νόμο του 1920 προκειμένου να μην μολύνονται από το μικρόβιο της ταξικής πάλης που είχε εξαπλωθεί στον χώρο των εργατών…
Κλείνοντας, τίθεται, βεβαίως, και το ζήτημα μιας γνήσιας συνδικαλιστικής κουλτούρας. Νομίζω ότι θα πρέπει να γίνει μια ιδιαίτερη συζήτηση στο εσωτερικό των Συνδικάτων για μια αυτονομία, όχι με ιδεολογικούς όρους, άλλωστε αυτό δεν μπορεί να υπάρχει, αλλά για την οργανωτική και λειτουργική αυτονομία των Συνδικάτων. Αυτό απαιτεί μια ιδιαίτερη συζήτηση, και στα μέσα στα κόμματα της αριστεράς, που νομίζω ότι θα έχει να ωφεληθεί πολλαπλά από μια τέτοια συζήτηση το Συνδικαλιστικό Κίνημα.
ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΖΗ
Στην ερώτηση αναφορικά με το αν στην Ελλάδα καινοτομούμε με αυτά τα μέτρα που πάρθηκαν με αφορμή το Μνημόνιο: Η αναφορά μου στην καινοτομία έχει να κάνει με τα πλαίσια της ασκούμενης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εδώ δεν υπάρχει καμία καινοτομία ως προς αυτά καθαυτά τα μέτρα.
Τι συνέβαινε με τις χώρες οι οποίες ήταν πριν «σοσιαλιστικές»; Η μετάβασή τους στο νέο κοινωνικοοικονομικό καθεστώς προφανώς συνδέθηκε με παρεμβάσεις οι οποίες ήταν πάρα πολύ ακραίες. Δεν ήταν όμως τότε μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό έγινε, από τη στιγμή που οι χώρες αυτές μπήκαν πολύ αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε όσες υπήρχε πρόσφατη προσφυγή στο ΔΝΤ(Ουγγαρία,Λετονία) τα μέτρα που τη συνόδευσαν δεν επέφεραν τόσο μεγάλες και βαθιές αλλαγές όπως στην Ελλάδα.
Ωστόσο είναι πολύ χρήσιμο το παράδειγμα της Γερμανίας. Γιατί εκεί μπορούμε να δούμε πως αξιοποιήθηκε η πλευρά της Ανατολικής Γερμανίας για όλες τις παρεμβάσεις που έγιναν στο πεδίο της αγοράς εργασίας κατ’αρχήν με αφορμή την προοπτική της ενοποιημένης Γερμανίας.
Να θυμίσω ότι ήδη επί Κολ και πολύ μετά με τον Σρέντερ ξεκίνησαν οι παρεμβάσεις εκείνες, που είχαν να κάνουν πρώτα απ’ όλα με αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα: με τη διάβρωση της έννοιας του κλαδικού μισθού. Επί Κολ ξεκίνησαν αυτά τα μέτρα και είχαν σαν άλλοθι να μπορούν να υπογράφονται συλλογικές συμβάσεις στην Ανατολική Γερμανία, με χαμηλότερους μισθούς λόγω του χαμηλότερου επιπέδου παραγωγικότητας που αφορούσε την Ανατολική Γερμανία και τα ανατολικά κρατίδια μετά από την ενοποίηση.
Άρα η ενοποίηση ήταν πρώτο το άλλοθι για να γίνουν και αυτά που ακολούθησαν. Να επισημάνω και την περίφημη συμφωνία στη Volkswagen που έγινε πάλι επί Κολ το 1993. Ήταν θα λέγαμε η θεοποίηση της λύσης της εκ περιτροπής εργασίας που έγινε με την περίφημη συμφωνία του Volkswagen με τα τετραήμερα και τα τριήμερα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε μετά και σαν ένα πείραμα που πρέπει να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι και να ενισχυθεί ο θεσμός της εκ περιτροπής εργασίας. Για να αποκαλυφθεί δέκα χρόνια μετά την περίφημη αυτή συμφωνία, ότι τα συνδικαλιστικά στελέχη της Volkswagen που υπέγραψαν αυτή τη συμφωνία, είχαν πάρει δωράκια από τη διεύθυνση και μέσα σε αυτά τα δωράκια ήταν και σεξοτουρισμός στην ανατολική Ασία.
Επιπλέον η Γερμανία εκτός από την ανταγωνιστικότητα την υψηλή που ήδη είχε πριν από το ευρώ, με την μείωση και τη συμπίεση των μισθών που επέβαλε, πέτυχε ακόμη περισσότερο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της. Δεν ωφελήθηκε όμως από αυτή την εξέλιξη η γερμανική εργατική τάξη. Εύλογα αποσιωπάται ότι τα τελευταία 15 χρόνια η Γερμανία ενώ έχει κυριαρχήσει και έχει κατακλύσει την Ευρώπη με τα προϊόντα της, υποβοηθούμενη από τη λειτουργία του ευρώ, οι μισθοί των Γερμανών μισθωτών με πραγματικούς όρους έχουν μειωθεί κατά 9%. Και αυτό είναι κάτι, που θα πρέπει να το επισημάνουμε.
Να δούμε και κάτι άλλο μιας που τέθηκε στη συζήτηση, το θέμα της διεθνοποίησης πέραν της Ευρώπης. Να θυμίσω ότι πριν ξεκινήσει η λειτουργία του ευρώ η σχέση κόστους μεταξύ Γερμανού και Κινέζου εργάτη, ήταν 1 προς 25. Η διεθνοποίηση με τους όρους της νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, λειτούργησε προς τη συμπίεση μισθών με σκοπό να συγκλίνει ο γερμανικός μισθός και γενικότερα ο ευρωπαϊκός μισθός με το Τρίτο Κόσμο.
Αν θέλει να δει κανείς προφανώς μια γενικότερη παρέμβαση στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, όπου βεβαίως υπάρχει η ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων χωρίς κανένα περιορισμό, θα πρέπει να θέτει στο προσκήνιο όχι μόνο το φόρo Τόμπιν, αλλά να δούμε αν αυτές οι διακινήσεις των κεφαλαίων θα συνδέονται με στοιχειώδη σεβασμό σε κοινωνικές και οικολογικές ρήτρες και στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας, αφού σήμερα στις χώρες του Τρίτου Κόσμου κυριαρχεί η μη επικύρωση διεθνών συμβάσεων και καταλαβαίνετε τι μπορεί αυτό να σημαίνει. Και να επισημάνουμε το εξής: Οι Αμερικάνοι που δίνουν και τον τόνο στην παγκόσμια οικονομία, είναι αυτοί που έξι από τις επτά βασικότερες διεθνείς συμβάσεις εργασίας, δεν έχουν επικυρώσει ακόμη, δίνοντας και ένα συμβολισμό για το πώς λειτουργεί και κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός σε παγκόσμιο επίπεδο.