
Το χειμώνα αυτό το πρωτόλειο κίνημα των “αγανακτισμένων” πήρε πλέον άλλα χαρακτηριστικά. Πολίτες από διάφορες πολιτικές αφετηρίες, πολιτικά αδιάφοροι μέχρι τώρα, όλου του ηλικιακού και μορφωτικού φάσματος, εργαζόμενοι του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, άνεργοι και υποαπασχολούμενοι, μικροεπαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι βρέθηκαν μαζί.
Συνειδητοποίησαν πως η επίθεση που δέχονται από την τρόικα και τα ντόπια τσανάκια τους έχει κοινή αφετηρία και συνεπώς χρειάζεται και κοινή αντιμετώπιση.
Όλοι αυτοί οι συμπολίτες άφησαν τον καναπέ τους και το τηλεκοντρόλ και αφού γέμιζαν ασφυκτικά το ΡΕΞ κάθε φορά που ερχόταν κάποιος ειδικός (Καζάκης, Μαριάς, κτλ), “λάβανε την απόφαση επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο,με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη”.
Το βράδυ της 12 Φλεβάρη μετά τη μεγαλειώδη πορεία κάτω από βροχή, αποφασίστηκε ότι τίποτα δεν τελείωσε με την ψήφιση από τα 199 ανδρείκελα και αυτής της έκδοσης του μνημονίου. Απέναντι στη με καταιγιστικό ρυθμό επίθεση η απάντηση του λαϊκού παράγοντα έπρεπε να είναι άμεση.
Έτσι βρέθηκε την επαύριο πρωί- πρωί όλος ο κόσμος με τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν παραπάνω να προβαίνει στο “ανήκουστο” για την περιοχή μας. Κατέλαβε δημόσιο κτίριο, την πρώην Νομαρχία και νυν περιφερειακή αυτοδιοίκηση Λασιθίου. Μάλιστα χωρίς τοπικά ή ειδικά αιτήματα αλλά καθαρά πολιτικά
ΝΑ ΦΥΓΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΩΝ
ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΑΣ.
Αντί για συμπεράσματα που είναι αναγκαίο να βγουν από αυτή την περίοδο ας μου επιτραπεί να καταθέσω μια προσωπική εμπειρία .
Το 1976 , πως περνάνε τα χρόνια, έζησα μετά το Γυμνάσιο δεκαοκτάχρονος στην Αθήνα.
Ο νεαρός από τα βάθη της ελληνικής υπαίθρου, το Οροπέδιο , βρέθηκε ξαφνικά στην πολύβουη Αθήνα.
Το πρώτο διάστημα το ξόδευε ανάμεσα στο φροντιστήριο που ήτανε ο λόγος της παραμονής του εκεί, σπανίως, και στα σφαιριστήρια και χαμαιτυπεία , πολύ συχνά. Ώσπου συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή του.
Δίπλα από το σπίτι του υπήρχε η Σχολή Τυφλών Καλλιθέας. Εκείνο το διάστημα οι τυφλοί είχαν κατάληψη . Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι ούτε τα αιτήματα ούτε το αποτέλεσμα μετά από τόσα χρόνια , αλλά αυτό δεν έχει και πολύ σημασία.
Ο νεαρός μας λοιπόν , περισσότερο από περιέργεια , μαζί με άλλα παιδιά και μεγαλύτερους, προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τους καταληψίες σε διάφορα πρακτικά ζητήματα. Οργανώθηκε μεγάλη συναυλία στο γήπεδο της Καλλιθέας με τον Πανο Τζαβέλα και άλλους καλλιτέχνες, εκεί άκουσε για πρώτη φορά αντάρτικα, .
Συμμετείχε στην πορεία τους στο Σύνταγμα φωνάζοντας μαζί τους συνθήματα με κυρίαρχο το “απαιτούμε δεν επαιτούμε”.
Όμως αυτό που του χάραξε τη ζωή ήταν κάτι άλλο. Ήταν η λάμψη. Η λάμψη που είδε στα μάτια των αγωνιζόμενων τυφλών , που άνοιξε τα δικά του μάτια σ’ ένα άλλο κόσμο. Περάσανε τα χρόνια και αυτή η λάμψη τον φώτιζε ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο τις δύσκολες και σκοτεινές περιόδους που πέρασε. Αυτή τη λάμψη έβλεπε κάθε φορά στα μάτια όλων των αγωνιζόμενων ανθρώπων . Αυτή είδε και τώρα , πράγμα που τον κάνει να νοιώθει αισιόδοξος για το μέλλον. Ας μην ξεχνάμε
Ο ΜΟΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΔΟΘΗΚΕ
ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ
Ένας από τους καταληψίες
– Αναδημοσίευση από το merambello news. Ο Δαμιανός Χαλκιαδάκης είναι Γραμματέας του ΔΣ του Σύλλόγου Εργαζομένων Νοσοκομείου στον Αγ Νικόλοα Κρήτης