
Αναγνωρίζοντας μάλιστα τους ιδιαίτερους κινδύνους στους οποίους ορισμένοι εκτίθενται λόγω επαγγέλματος, έχει εκδώσει και σύσταση -σαν εργαλείο- για τους εργοδότες και για τα κράτη-μέλη, προτείνοντας την επιπλέον οικονομική ανταμοιβή τους. Το πειστικότερο ωστόσο επιχείρημα το έδωσε έρευνα των Πανεπιστήμιων London School of Economics και Bristol, με το εύρημα ότι «στις πλούσιες και ακριβές περιφέρειες, όπως είναι το κεντρικό Λονδίνο, όπου οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα έχουν υψηλότερους μισθούς από αλλού, ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό στα νοσοκομεία των περιφερειών αυτών αμείβεται σύμφωνα με χαμηλά μισθολόγια, έχει παρατηρηθεί ότι τα ποσοστά θανάτων στα επείγοντα καρδιολογικά περιστατικά είναι υψηλότερα».
Το εύρημα της 6ετούς έρευνας έγινε θέμα ευρείας δημοσιότητας. Υπολογίσθηκε μάλιστα ότι μια αύξηση κατά 10% στη διαφορά που χώριζε τις αμοιβές του ΕΣΥ με εκείνες των εργαζομένων στον τοπικό ιδιωτικό τομέα αύξανε κατά 5% τον ρυθμό θνησιμότητας μεταξύ των ατόμων που εισάγοντο επειγόντως. Τα αποτελέσματα αυτά θεωρήθηκαν πολύ σημαντικά για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τα χαμηλά μισθολόγια των νοσηλευτών. Και αυτό που συνέστησε η έρευνα ήταν «αντί για τις γενικές αυξήσεις αδιακρίτως, θα ήταν καλύτερο αν το σύστημα ήταν πιο χαλαρό και οι μισθοί αντανακλούσαν την τοπική αγορά εργασίας». Μόνο που η έρευνα αυτά τα συνέστησε πριν η μόδα του «κουρέματος» κατακλύσει και τις τοπικές αγορές εργασίας. Γεγονός, ωστόσο, που δεν αναιρεί την αλήθεια του ευρήματός της, ότι οι μειωμένες αποδοχές σε ένα τόσο βαρύ και σημαντικό επάγγελμα μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες.
πηγή Καθημερινή 22-4-2012