
Η προσπάθεια να επεξεργαστούμε ένα σχέδιο ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος δεν γίνεται με την απογείωση από τις μάχες του σήμερα. Το πιο επείγον ζήτημα των ημερών , μετά την ψήφιση του πλέον αντεργατικού προγράμματος που ψηφίστηκε με το τρίτο μνημόνιο και τον κρατικό προϋπολογισμό ,είναι η συνέχιση και κλιμάκωση του αγώνα για την μη εφαρμογή των μέτρων που διαλύουν την κοινωνία και βυθίζουν στο τέλμα την οικονομία . Ο αναβρασμός που υπάρχει στην κοινωνία και εκφράστηκε με τις μεγάλες πρόσφατες κινητοποιήσεις ,έχει προκαλέσει αποσταθεροποίηση της μνημονιακής τρικομματικής κυβέρνησης και προσδίδει ρεαλισμό στον στόχο να ανατραπούν τα μέτρα και η κυβέρνηση που τα προωθεί. Η εξέλιξη αυτής της μάχης θα προσδιορίσει το νέο τοπίο μέσα στο οποίο θα κινηθεί το συνδικαλιστικό κίνημα στη επόμενη περίοδο , θα αναδείξει τις δυνατότητες και τις δυσκολίες της νέας περιόδου.
Α. ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
‘Όμως για να προσδιορίσουμε το μέλλον πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν , από όπου μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμα συμπεράσματα. Η τρομακτική επίθεση που δέχτηκαν οι εργαζόμενοι τα τελευταία δύο χρόνια δεν μπόρεσε να αποσοβηθεί μέχρι στιγμής από το συνδικαλιστικό κίνημα . Οπωσδήποτε έγιναν σοβαροί αγώνες, δόθηκαν σημαντικές μάχες από κλάδους και σωματεία. Οι εργαζόμενοι παρά την δυσπιστία τους στις επίσημες οργανώσεις μπήκαν στην μάχη με κάθε τρόπο και κατά καιρούς δημιουργήθηκε μια μεγάλη δυναμική και μεγάλα γεγονότα. Σήμερα ,όμως και παρόλα αυτά, έχει δημιουργηθεί στον τομέα της εργασίας μια κατάσταση διάλυσης των πάντων με συνέπεια οι εργαζόμενοι να αισθάνονται ανήμποροι να αντιμετωπίσουν την εργοδοτική αυθαιρεσία . Το συνδικαλιστικό κίνημα βαδίζει πια μέσα σε κινούμενη άμμο όπου τίποτε δεν είναι σταθερό ,αφού τα θεμέλια ύπαρξής του ακόμη και σε χώρους που η εργασία ήταν σταθερή ,έχουν αποσαρθρωθεί . Οι ευθύνες της πλειοψηφίας της ηγεσίας του είναι τεράστιες όχι τόσο γιατί δεν απόκρουσε την επίθεση ,αλλά διότι δεν προσπάθησε να αντιπαρατεθεί πολιτικά ,ενώ η συμβιβαστική της στάση δημιούργησε τους όρους της ακόμη μεγαλύτερης επιθετικότητας της τρόικας και των υποταγμένων σε αυτήν κυβερνήσεων.
Είναι αυτονόητο ότι σε μια τέτοια γενικευμένη επίθεση , δεν αρκεί μόνο η κοινωνική πάλη για να αποτρέψεις τα μνημονιακά μέτρα ,αλλά απαιτούνται ταυτόχρονα και οι πολιτικές προϋποθέσεις ανατροπής .Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας μεγάλης αποδιάρθρωσης του φαύλου και νεοφιλελεύθερου δικομματικού πολιτικού συστήματος, δημιουργήθηκαν έντονες εκρήξεις της κοινωνίας και το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα στο επίπεδο της ηγεσίας του, εμφανίστηκε ως το πιο βραδυπορούν τμήμα . Αυτό δεν αφορά την αριθμητική των απεργιών αλλά την συνολική στάση που χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια ανοχής σε κυβερνητικές πολιτικές από την υποστήριξη του παλιού πολιτικού σκηνικού που αποδιαρθρωνόταν , και από μια πολιτική χαμηλών τόνων απέναντι στην τρόικα ,σε σημείο που να αποπροσανατολίζεται ο εργαζόμενος κόσμος και να οργίζεται δικαιολογημένα από την στάση μιας ηγεσίας που ήταν πολύ πίσω από τις διαθέσεις του .
Οι ευθύνες της πλειοψηφίας της ηγεσίας των συνδικάτων δεν είναι τωρινές ,δεν αφορούν μόνο στην στάση της την περίοδο των μνημονίων.
Οι ευθύνες είναι διαχρονικές διότι στην προ του μνημονίου περίοδο επιδόθηκαν απροκάλυπτα στο «σπορ» του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού , συνέβαλαν στην εκτόνωση των αγωνιστικών διαθέσεων ενώ συνθηκολόγησαν με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και με κρίσιμες επιλογές του κεφαλαίου.
Σήμερα η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και πρέπει να επιτευχθεί ένας διπλός στόχος : Η οργάνωση ενός μεγάλου κοινωνικού αγώνα για την ακύρωση των μνημονίων και την ανάκτηση των δικαιωμάτων και των εισοδημάτων και, επίσης , η ανατροπή του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων με την ενίσχυση του αγωνιστικού ,ταξικού ρεύματος μέσα στα συνδικάτα. Ο διπλός αυτός στόχος για να μπορέσει να υλοποιηθεί χρειάζεται την συμμετοχή των εργαζομένων μέσα στα συνδικάτα ,απαιτεί τον συντονισμό των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων αλλά χρειάζεται επίσης και η αξιοποίηση κάθε ρήγματος ,κάθε θετικής διαφοροποίησης ακόμη και στο επίπεδο των ηγεσιών.
Οι αιτίες της κακοδαιμονίας
Για να αποκτήσει όμως κάποιος μια πιο πλήρη εικόνα των προβλημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος και να συμβάλει στην πιο ολοκληρωμένη απάντηση στο μεγάλο ερώτημα : τι πρέπει να κάνουμε για να αλλάξουμε ριζικά τα πράγματα, ερωτήματα τα οποία εγείρονται στο μυαλό της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης πρέπει να εξεταστούν οι πραγματικές αιτίες της κακοδαιμονίας του συνδικαλιστικού κινήματος και παράλληλα να διαμορφωθεί ένα μακρόπνοο σχέδιο ριζικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν αφεθούν ως έχουν τα πράγματα το συνδικαλιστικό κίνημα θα είναι ένας θεσμός που θα γκρεμιστεί κάτω από το βάρος των εξαιρετικά αρνητικών αλλαγών και οι συμβιβασμένες ηγεσίες θα μεταφέρουν την δική τους απαξίωση στους ίδιους τους εργατικούς θεσμούς κάτι που είναι εξαιρετικά αρνητικό. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι ακόμη και αυτό το αποδυναμωμένο συνδικαλιστικό κίνημα το πολεμούν οι νεοφιλελεύθεροι διότι αντιτίθενται σε κάθε μορφή συλλογικής παρέμβασης στον τομέα της εργασίας, διότι θέλουν η αγορά εργασίας και ευρύτερα η αγορά να αυτορυθμίζεται ,όχι με όρους τάξη προς τάξη αλλά μέσα από την ατομική διαπραγμάτευση.
Συνεπώς η ύπαρξη και η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος ,είναι κεντρικό στρατηγικό ζήτημα.
Ποια είναι τα προβλήματα
Οι αιτίες της μεγάλης κρίσης και απαξίωσης του συνδικαλιστικού κινήματος μπορούν να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες .Αυτές που γίνονται ανεξάρτητα της βούλησης των υποκειμένων ,δηλαδή τις αντικειμενικές αιτίες και αυτές που οφείλονται στις ευθύνες του ίδιου του υποκειμενικού παράγοντα.
Οι αντικειμενικές δυσκολίες
Συνοπτικά όσον αφορά την πρώτη κατηγορία πρέπει να καταγράψουμε τις επιπτώσεις από την δραματική αύξηση των απολύσεων και της ανεργίας ,την δραματική μείωση των εισοδημάτων ,την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ,την κατάργηση των συλλογικών και κοινωνικών δικαιωμάτων . Όλα αυτά οδηγούν σε έναν κατακερματισμό των συμφερόντων μέσα στην εργατική τάξη , υποσκάπτουν την αυτοπεποίθηση και την αγωνιστικότητα των εργαζομένων ,επιδρούν αρνητικά στη συνείδηση του κάθε εργαζόμενου. Μαζί με αυτές τις αιτίες επιδρούν και άλλες που αφορούν στην ομηρεία των εργαζομένων μέσα από την υπερχρέωσή τους στις τράπεζες . Επίσης σημαντικός παράγοντας που επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος στη χώρα μας είναι το χαμηλό ποσοστό μισθωτοποίησης , το μικρό ποσοστό βιομηχανικού προλεταριάτου και η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρών επιχειρήσεων που αποτρέπουν την συγκέντρωση της εργατικής τάξης, όπως και η μεγαλύτερη από άλλες χώρες ταξική κινητικότητα η οποία δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης από γενιά σε γενιά. Η επίδραση, επίσης , της αστικής ιδεολογίας μέσα στην εργατική τάξη που εισάγεται με πολλούς τρόπους που συγκαλύπτουν την εκμετάλλευση , η οποία δυσκολεύει αυτό που έλεγε ο Μαρξ :την μετατροπή από τάξη «καθεαυτή» σε τάξη για τον εαυτό της . Όλα τα πιο πάνω λειτουργούν ανασταλτικά στην συγκρότηση ταξικής συνείδησης ,στην μαχητικότητα και στη συλλογική δράση της τάξης, αποδυναμώνουν την διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων . Η αντιμετώπισή τους έχει προφανώς σχέση με την στάση των συνδικάτων αλλά δεν εξαρτάται απόλυτα από αυτά.
Οι αρνητικές επιλογές
Όσον αφορά τις αιτίες που οφείλονται στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής . Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα από την αρχή της ανάπτυξής του αντιμετώπισε διώξεις, εξορίες και φυσική εξόντωση στελεχών του, γνώρισε ,επίσης, αποκλεισμούς άμεσες παρεμβάσεις του κράτους και της εργοδοσίας. Στην πορεία της εξέλιξής του διαμόρφωσε έναν διεκδικητικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα που εντάθηκε στην διάρκεια της μεταπολίτευσης.. Όμως ταυτόχρονα είχε εξαιρετικά χαμηλή πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα ,ισχυρή βάση και μαζικότητα αλλά με έντονα συντεχνιακά χαρακτηριστικά στο δημόσιο τομέα. Επίσης διατήρησε την οργανωτική ενότητά του παρά την έντονη ιδεολογικοπολιτική διαπάλη στο εσωτερικό του σε αντίθεση με πολλές χώρες της Ευρώπης που για ιστορικούς λόγους είχαν διασπαστεί τα συνδικάτα. Όλα τα πιο πάνω λειτούργησαν αντιφατικά δημιουργώντας πολλές ταχύτητες στο εσωτερικό των συνδικάτων. Το πιο μεγάλο ελάττωμά ,όμως , ήταν η εξάρτησή της ηγεσίας ιδιαίτερα των τριτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων του από το πολιτικό σύστημα και ιδίως από τον δικομματισμό και τις κυβερνήσεις του. Στην πορεία επέδρασαν παράλληλα τρείς κατευθύνσεις που ενέτειναν τα προβλήματά του .
Η πρώτη αφορά στη μετάλλαξη ιδιαίτερα της συνδικαλιστικής ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ η οποία ενώ προσδενόταν όλο και περισσότερο στην κυβερνητική εξουσία ,ακολουθούσε ταυτόχρονα την πλήρη μεταστροφή της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ σε όλο και πιο δεξιές –νεοφιλελεύθερες θέσεις.
Η δεύτερη αφορά στην απόπειρα μεταφοράς αρνητικών χαρακτηριστικών των ρεφορμιστικών ευρωπαϊκών συνδικάτων ,στο όνομα της εναρμόνισης με την στρατηγική του κεφαλαίου και της κοινωνικής ειρήνης ,με αντίδωρο κάποιες -περιορισμένου χαραχτήρα – ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους , ως μια διαδικασία δήθεν εξευρωπαϊσμού των συνδικάτων την οποία ακολούθησε ,κυρίως, η πλειοψηφία της ηγεσίας των τριτοβάθμιων συνδικάτων .
Η τρίτη αφορά την ενίσχυση της επιρροής των εργοδοτών μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα ιδιαίτερα σε χώρους που υπήρχαν μεγάλα επιχειρησιακά σωματεία.
Επίσης μεγάλες δυσκολίες προέκυψαν από την λαθεμένη επιλογή της ηγεσίας του ΚΚΕ να διασπάσει την κοινή δράση του συνδικαλιστικού κινήματος η οποία ξεκίνησε με την ίδρυση του ΠΑΜΕ ,στάση που αποδυνάμωσε την παρέμβαση των ταξικών δυνάμεων μέσα από τα συνδικάτα σε όλη την κλίμακα του κινήματος .
Τέλος η αδυναμία, -λόγω συσχετισμών – του αυτόνομου ταξικού ρεύματος να επηρεάσει τα πράγματα ,παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έκανε για να πρυτανεύσει η αγωνιστική ενότητα δράσης και να αποδυναμωθεί ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός
Β. ΤΟ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΑΙΛΑΠΑ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ
Μια σημαντική επίσης πλευρά στις σημερινές συνθήκες και ενόψει του αναγκαίου σχεδίου ανασυγκρότησης των συνδικάτων είναι να αποτυπώσουμε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μετά το μνημόνιο.
Το ξήλωμα των εργατικών κατακτήσεων έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια στη χώρα μας από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ .Όμως με τα μνημόνια έγινε ένας σεισμός που αφάνισε δικαιώματα δεκαετιών.
Με την εφαρμογή των μνημονίων και των διαβόητων προγραμμάτων διάσωσης, έχουν συντελεστεί τεράστιες αλλαγές στην ελληνική κοινωνία και οικονομία . Στην ουσία έχουμε μια τεράστια μεταφορά εισοδημάτων από την εργασία στο διεθνές και εθνικό τοκογλυφικό και τραπεζικό κεφάλαιο ,δραματική υποβάθμιση όλων των λειτουργιών και παροχών του ισχνού κοινωνικού κράτους που υπήρχε στην Ελλάδα, ακύρωση του συλλογικού εργατικού δικαίου και των συλλογικών συμβάσεων στο μεγαλύτερο μέρος τους , ανατροπή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος της εργασίας .Πρόσφατα ψηφίστηκε από την βουλή ένα νέο πακέτο μαμούθ ύψους τουλάχιστον 20 δις μέχρι το 2016, που θα πέσουν πάνω στις πλάτες του λαού συνοδευόμενο με ένα πλέγμα συντηρητικών μεταρρυθμίσεων και με την μεγάλη αρπαγή του δημόσιου πλούτου. Για πρώτη φορά στην χώρα είχαμε μιας τέτοιας μεγάλης κλίμακας κρατική παρέμβαση με την καθοδήγηση της τρόικας και με αφορμή το χρέος που οδήγησε με εξαιρετικά βίαιο τρόπο σε τέτοιες δραματικές μειώσεις, πρωτοφανή αύξηση των ανέργων και στην παραβίαση κάθε δημοκρατικής ρύθμισης στο εργατικό δίκαιο. Σε ελάχιστο χρόνο το κεφάλαιο πήρε πίσω καταχτήσεις δεκαετιών από τους έλληνες εργαζόμενους ,κάτι που μόνο σαν ιστορική ρεβάνς μπορεί να χαρακτηριστεί.
. Μόνο με τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις θα έχουμε μια μεταφορά πόρων ύψους 70 δις που συνιστούν μια εκπληκτική αφαίμαξη πόρων από την κοινωνία σε όφελος του κεφαλαίου. Χωρίς να υπολογίζουμε τις νέες δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται με την διαρκή υπερχρέωση της χώρας. Η επιδρομή αυτή των τελευταίων χρόνων θα μείνει στην ιστορία ως η μεγάλη επέλαση του κεφαλαίου στο οικονομικό, κοινωνικό ,δημοκρατικό και πολιτιστικό απόθεμα της χώρας και δρομολογεί μια πορεία βαρβαρότητας και αδιεξόδων για τις παρούσες και ιδίως τις νέες γενιές που καλούνται να ζήσουν σε τριτοκοσμικές συνθήκες .
Η ΕΕ επιχειρεί να διευρυνθεί το ελληνικό πείραμα σε όλη την Ευρώπη καταστρέφοντας το εργασιακό και κοινωνικό πρότυπο που οικοδομήθηκε μεταπολεμικά.
Οι διαλυτικές συνέπειες
Οι συνέπειες ,παρότι δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί στο σύνολό τους ,είναι τραγικές αφού πάνω από 30% του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας ,ποσοστό που διαρκώς διογκώνεται, ενώ αυξάνεται θεαματικά το ποσοστό όσων ζουν σε καθεστώς ακραίας φτώχειας. Η ανεργία έχει ξεπεράσει κάθε όριο και πολύ σύντομα το 1/3 του παραγωγικού δυναμικού θα είναι εκτός εργασίας με μεγαλύτερη αύξηση στις γυναίκες και ιδίως στους νέους και τις νέες. Ο κόσμος της εργασίας δεν πλήττεται μόνο από την μείωση του εισοδήματος του αλλά και από την ακρίβεια ,ενώ ταυτόχρονα όσο πιο φτωχός γίνεται τόσο περισσότερο αυξάνει η φορολογική επιβάρυνσή του και τέλος παρότι οι ανάγκες του για κοινωνικές παροχές αυξάνονται τόσο περισσότερο συρρικνώνεται η βοήθεια που όφειλε να παράσχει το κοινωνικό κράτος το οποίο αποδιοργανώνεται . Δηλαδή μια αλυσίδα ληστρικών πρακτικών που ο ένας κρίκος οδηγεί στον άλλο χωρίς τέλος. Ο μέσος μισθός υπολείπεται πλέον της Πορτογαλίας και βρίσκεται στο 50% το ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι τιμές παραμένουν στα ύψη με την ακρίβεια να υπερβαίνει μέχρι και το 30% σε ορισμένες κατηγορίες αγαθών τα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Η φορολογική επιβάρυνση των φυσικών προσώπων το 2011 αυξήθηκε κατά 94,6% σε σχέση με το 2003,ενώ των επιχειρήσεων μειώθηκε κατά 55,3% , ενώ συνεχίζεται η διεύρυνση της υπερφορολόγησης στα λαϊκά στρώματα ,αποδεικνύοντας έτσι τον βαθύτατα ταξικό χαραχτήρα των πολιτικών που ασκούνται.
Η κατάσταση δεν είναι προσωρινή ,διότι η πολιτική αυτή προδιαγράφει για δεκαετίες το μέλλον με βάση το οποίο η χώρα βυθίζεται στην ύφεση , έχοντας ήδη χάσει σε ελάχιστο χρόνο ,, το 22% του ΑΕΠ της. Τα πρόσθετα μέτρα με το νέο πακέτο δεν θα είναι τα τελευταία , όμως θα είναι η χαριστική βολή σε μια κοινωνία που δεν έχει άλλες αντοχές και σε μια οικονομία που τρώει τις σάρκες της. Ο κρατικός προϋπολογισμός για το 2013 είναι ο σκληρότερος των τελευταίων δεκαετιών.
Η κατάσταση αυτή στο οικονομικό πεδίο οδηγεί σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις μέσα στην οικονομική ελίτ , εντείνεται ο ανταγωνισμός σε μερίδες της, ανοίγονται νέα πεδία κερδοφόρας δραστηριότητας του κεφαλαίου , ενώ αναμένεται ως το μάννα εξ ουρανού η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου και ιδίως του γερμανικού .
Προωθείται έτσι ένας άγριος, αδίστακτος και αυταρχικός καπιταλισμός που οδηγεί σε τόσο μεγάλη αύξηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης που δυσχεραίνεται ακόμη και η αναπαραγωγή μεγάλων τμημάτων της , ενώ συνεχίζεται η ραγδαία προλεταριοποίηση των μεσαίων στρωμάτων της πόλης. Η προσπάθεια να γίνει η χώρα μας μια ζώνη φτηνού εργατικού δυναμικού , χωρίς κοινωνική και περιβαλλοντική προστασία, μια χώρα παρίας στην Ευρώπη ,μια χώρα ξέφραγο αμπέλι για το ξένο κεφάλαιο , είναι επιλογή και πείραμα για γενίκευσή του σε ευρωπαϊκή κλίμακα .
Η κατάσταση που περιγράψαμε έχει αλλάξει πλήρως τον τρόπο ζωής των εργαζομένων, ενώ έχει αποδιαρθρώσει πλήρως τα θεμέλια που στηριζόταν το συνδικαλιστικό κίνημα. Μιλάμε πια για ένα έρημο τοπίο ,για μια ήττα της εργατικής τάξης που μπορεί να καταστεί στρατηγικού χαρακτήρα. Το κεφάλαιο ,που στην περίοδο ανάπτυξης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού δεν μπόρεσε να πετύχει τον αποδεκατισμό των εργατικών δικαιωμάτων, κατάφερε εντέλει μέσα στην κρίση του καπιταλισμού να μηδενίσει το κοντέρ των εργατικών κατακτήσεων ,να πάρει την εκδίκησή του από το εργατικό κίνημα στη χώρα μας Η κατάσταση αυτή είναι πρωτοφανής και εντελώς πρωτότυπη για το συνδικαλιστικό κίνημα ,το οποίο πρέπει να λειτουργήσει από δω και πέρα σαν να ξεκινά πάλι από την αρχή.
Γ. ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
Η προσπάθεια ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος δεν είναι μια εύκολη υπόθεση ,ούτε μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα . Οι θετικές εξελίξεις που βιώνουμε στο πολιτικό επίπεδο με την απαξίωση του σάπιου πολιτικού συστήματος ,με την θεαματική άνοδο της αριστεράς δεν σημαίνει ότι αυτό μπορεί να μεταφερθεί με έναν αυτόματο τρόπο μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα ,διότι τα συνδικάτα παρά την σχέση τους με το πολιτικό σύστημα, έχουν τον ιδιαίτερο τρόπο ανάπτυξης και λειτουργίας τους. Με λίγα λόγια είναι σκληροί μηχανισμοί μέσα στους οποίους αναπαράγονται οι συνδικαλιστικές «βαρωνείες» που έχουν σχέση με τα κόμματα του αστικού συστήματος και με τους εργοδότες με οικονομικές εξαρτήσεις και πελατειακές σχέσεις. Διότι το άχθος της νόθευσης και των πλαστών εκλογικών αποτελεσμάτων εξακολουθεί να επιβιώνει. Διότι οι χώροι εργασίας έχουν γίνει χώροι απόλυτου διευθυντικού δικαιώματος χωρίς ίχνος δημοκρατίας και δυνατότητας άσκησης της συλλογικής έκφρασης , ενώ ο φόβος κυριαρχεί και η σκιά του εργοδότη καλύπτει τα πάντα . Συνεπώς η αλλαγή των συσχετισμών που είναι η προϋπόθεση για μια άλλη πορεία δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και απαιτεί ένα σύνολο αλλαγών που πρέπει να γίνουν.
Να ξανασκεφτούμε πάνω στις «σταθερές» του εργατικού κινήματος
Το σχέδιο αναγέννησης του συνδικαλιστικού κινήματος είναι επιτακτικά αναγκαίο να εκπονηθεί και να υλοποιηθεί από τις ταξικές συνδικαλιστικές δυνάμεις και κυρίως από τους εργαζόμενους οι οποίοι πρέπει να γίνουν οι πρωταγωνιστές αυτής της νέας πορείας.
Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να τοποθετηθούμε πάνω σε ορισμένες σταθερές που αφορούν στο συνδικαλιστικό κίνημα ,πάνω στις οποίες πρέπει να στηριχτεί ένα σχέδιο πιο εξειδικευμένης παρέμβασης μέσα στα συνδικάτα.
Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος των συνδικάτων;
Τα συνδικάτα είναι όργανα οικονομικής πάλης των εργαζομένων και ευρύτερα της ταξικής πάλης τους. Ο ρόλος τους είναι κοινωνικός αλλά και πολιτικός .Ωστόσο ακριβώς επειδή συσπειρώνουν το σύνολο της τάξης η οποί α δεν έχει ενιαία ιδεολογικοπολιτική άποψη δεν μπορούν να είναι ο ιμάντας μεταβίβασης της βούλησης ούτε των κυβερνήσεων ,ούτε των εργοδοτών ούτε των κομμάτων ακόμη και αυτών που εκφράζουν πολιτικά την εργατική τάξη αλλά να συσπειρώνονται με βάση τα κοινά προβλήματα και στη βάση της κοινής δράσης .
Η έλλειψη αυτονομίας των συνδικάτων ήταν αυτή που λειτούργησε καταλυτικά στην εξάρτηση του συνδικαλιστικού κινήματος από το αστικό πολιτικό σύστημα. Αν τα συνδικάτα αφεθούν να λειτουργήσουν με τους δικούς τους όρους με βάση την δική τους εσωτερική δημοκρατία και τις πραγματικές τους ανάγκες τότε και θα παίξουν τον ρόλο τους και θα πλησιάσουν αντικειμενικά με την αριστερά και θα αντιστοιχηθούν με τις ανάγκες των καιρών. Επειδή όμως αυτό ακούγεται σαν κάτι το εξειδανεικευμένο και ουτοπικό και όντως, παρά την ορθότητά του, έτσι είναι , το κριτήριο για την αριστερά είναι η ίδια η ωριμότητα των εργαζομένων ,η θέλησή τους μέσα από μαζικές- δημοκρατικές διαδικασίες είναι αυτή που πρέπει να ορίζει την κίνηση των συνδικάτων. Αυτονόητο είναι επίσης ότι η αριστερά παρεμβαίνει και ιδεολογικά και πολιτικά από έξω και προσπαθεί να πείσει τν τάξη και να κερδίσει την πλειοψηφία της πάνω στις ιδέες της ,όπως και οι παρατάξεις των αριστερών και άλλων αγωνιστών εργαζομένων που συγκροτούνται μέσα στα συνδικάτα παρεμβαίνουν μαχητικά υπέρ των απόψεών τους. Όμως αυτοί που τελικά αποφασίζουν είναι τα ίδια τα συνδικάτα μέσα από τις δημοκρατικές τους λειτουργίες. Η αριστερά οπωσδήποτε πρέπει να εφαρμόζει μια σχέση διαλόγου και αμφίδρομης συνεργασίας. Δεν πρέπει όμως να επιδιώξει να εξαρτήσει τα συνδικάτα κάτω από την δική της στενή κομματική γραμμή και τακτική,διότι θα παραβίαζε τότε την δική της λογική περί αυτονομίας .
Πως αντιλαμβανόμαστε την ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος;
Η ενότητα στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι κατ’ αρχήν ενότητα δράσης. Οι άνθρωποι πετυχαίνουν καλύτερα αν κινούνται όλοι μαζί για να διεκδικήσουν ένα αίτημα ή για να αντισταθούν σε μια επίθεση Επίσης είναι ενότητα συμφερόντων . Η εργατική τάξη παρά τις διαφορές που υπάρχουν στο ύψος του εισοδήματος, στο επίπεδο της ασφάλειας της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διαφορά επαγγέλματος έχουν κοινό συμφέρον απέναντι στην αστική τάξη . Η ενότητα αυτή συμφέροντος δεν κατανοείται πάντα και γι αυτό τα συνδικάτα πρέπει στα αιτήματα πάλης να μην προτάσσουν το συντεχνιακό συμφέρον ,αλλά το ευρύτερο συμφέρον των εργαζομένων. Η εργατική τάξη συσπειρώνεται επίσης μέσα σε κοινά συνδικάτα ,στο πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο τα οποία τους επιτρέπουν την αγωνιστική διεκδίκηση και την συλλογική διαπραγμάτευση της θέσης τους σε κάθε επίπεδο. Όλα αυτά δημιουργούν την προϋπόθεση να αρθούν τα εμπόδια που κατακερματίζουν τον συλλογικό εργαζόμενο και διασφαλίζουν την ενότητα της τάξης και γι αυτό η ενότητα δράσης και η οργανωτική ενότητα έχουν μεγάλη αξία για την εργατική τάξη και τη ριζοσπαστική αριστερά..
Πως εννοούμε τον ταξικό προσανατολισμό των συνδικάτων;
Πρώτα από όλα η αναγνώριση της πάλης των τάξεων είναι το καθοριστικό ζήτημα .Η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας είναι ανταγωνιστική και ασυμφιλίωτη. Η πάλη των εργαζομένων είναι αδιάκοπη ,αλλά είναι πάντα μια αλληλουχία εξελίξεων μέσα στις οποίες ενυπάρχουν και οι νίκες και οι ήττες και οι συμβιβασμοί κάτω από την διαρκή αξιολόγηση του συσχετισμού δυνάμεων. Φυσικά τα συνδικάτα δεν είναι οι φορείς ανατροπής του καπιταλισμού ,δεν υποκαθιστούν τα πολιτικά κόμματα ,ούτε μπορούν να ανατρέψουν την ουσία του καπιταλισμού δηλαδή να εξαφανίσουν την υπεραξία που αποκομίζει το κεφάλαιο μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις και την συνδικαλιστική πάλη . Ο στόχος τους είναι η βελτίωση των όρων αναπαραγωγής της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων τα οποία πάντα είναι επισφαλή όπως αποδεικνύει η σημερινή περίοδος .
Συνεπώς η επίδρασή τους μπορεί να μετατρέπει την αυθόρμητη συνείδηση σε ταξική με την έννοια της κατανόησης της θέσης και του ρόλου της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό, αλλά όσον αφορά την κατανόηση της αποστολής της εργατικής τάξης ,αυτό έγκειται στην ιδεολογική και πολιτική πάλη που είναι το καθήκον του πολιτικού φορέα της εργατικής τάξης.
Όμως υπάρχουν στιγμές μέσα στην ιστορία που ο πολιτικός τους ρόλος υπερβαίνει τον κοινωνικό και εναρμονίζεται με την ανάγκη ευρύτερων πολιτικών αλλαγών και συμβάλλουν με τον ρόλο τους όχι μόνο στην αλλαγή κυβερνήσεων ,όχι μόνο στην ανατροπή πολιτικών συστημάτων αλλά και οικονομικοκοινωνικών συστημάτων. Μια τέτοια περίοδος είναι και η σημερινή όπου η άγρια επίθεση που δέχεται η εργατική τάξη και όλη η κοινωνία δημιουργεί έκτακτες συνθήκες και ανατρέπει τις κανονικότητες.
Τι εννοούμε αγωνιστική στάση του συνδικαλιστικού κινήματος;
Η εργατική τάξη έχει στο οπλοστάσιό της όλες τις μορφές πάλης, από το διάβημα ως την διαρκή απεργία, την διαδήλωση , την κατάληψη χώρων εργασίας, την πολιτική απεργία μέχρι και την εξέγερση. Βασικά κριτήρια στην επιλογή των μορφών πάλης είναι η εξασφάλιση μαζικότητας ,η αντιστοιχία της οξύτητας του προβλήματος με την μορφή πάλης, το πέρασμα από τις απλές μορφές πάλης στις πιο σύνθετες, η δημοκρατική συμμετοχή των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων.
Στα συνδικάτα δεν αναζητούμε μαχητικές μοναχικές πρωτοπορίες αλλά την συνολική αγωνιστική κίνηση της τάξης. Μέσα στις δράσεις της είναι και ο διάλογος με τον αντίπαλο τον οποίο δεν κάνει ούτε αυτοσκοπό ούτε φυσικά τον θεωρεί ως το κύριο μέσο επίλυσης διαφορών όπως τον αντιλαμβάνονται οι εραστές του κοινωνικού διαλόγου . Αυτό που φέρνει το αποτέλεσμα είναι η ίδια η πάλη και η σωστή αξιοποίηση των μορφών της .Μερικές φορές αρκεί ακόμη και η προειδοποίηση όταν ο αντίπαλος ξέρει ότι έχεις και βούληση και δύναμη να τον φέρεις σε δύσκολη θέση . Ο Σουν Τζού έλεγε ότι η καλύτερη νίκη είναι αυτή που πετυχαίνεις την ήττα του αντιπάλου χωρίς να μπεις καν στο πεδίο της μάχης.
Πάντως στις σημερινές συνθήκες που έχουν προηγηθεί πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις ,που δεν υπάρχει ένας φερέγγυος φορέας να γίνει ο πρωταγωνιστής της εργατικής αντίστασης ,χρειάζονται οπωσδήποτε οι γενικές απεργίες που θα αποτελούν την κορύφωση των δράσεων ,ωστόσο πρέπει να συνδυάζονται με μορφές μαζικών , μαχητικών, διαδηλώσεων σε απογευματινές ώρες που ασκούν πολιτική πίεση, με καταλήψεις, με μορφές ανυπακοής ,με ακτιβισμούς .Στις σημερινές συνθήκες που η επίθεση δεν αφορά μόνο την εργατική τάξη αλλά και άλλα λαϊκά και μεσαία στρώματα, έχει μεγάλη σημασία ο αγώνας να γίνεται από κοινού από όλα τα θύματα του μνημονίου και όχι μόνο από την εργατική τάξη.
Πως πρέπει να δουλεύουν οι αριστεροί συνδικαλιστές μέσα στα συνδικάτα;
Στο σημείο αυτό αναπτύσσεται μια συζήτηση μέσα στην αριστερά που κυρίως εστιάζεται στον προσανατολισμό και τον τρόπο δουλειάς μας στα συνδικάτα στις τριτοβάθμιες οργανώσεις. Αυτό δεν είναι σωστό διότι το πρόβλημα με διαφορετικές ίσως αναλογίες αφορά όλη την κλίμακα του κινήματος. Από το πρωτοβάθμιο σωματείο μέχρι τις τριτοβάθμιες οργανώσεις έχει προκληθεί ζημιά και όσον αφορά στη σχέση συνδικάτων με τους εργαζόμενους , στον προσανατολισμό ,στον τρόπο λειτουργίας και στην αποτελεσματικότητά τους. Οι συνδικαλιστές της αυτόνομης παρέμβασης όλα τα προηγούμενα χρόνια και τώρα πάλευαν και παλεύουν σε όλη την κλίμακα του κινήματος ώστε να εξασφαλιστεί η αγωνιστική στάση ,ο διεκδικητικός χαρακτήρας, η ενότητα δράσης των συνδικάτων . Με αποκάλυψη και καταγγελία του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού, με ριζική και δημόσια διαφωνία σε όλες τις αρνητικές επιλογές, με εναλλακτικές προτάσεις δράσης και πολιτικού προσανατολισμού, με πρωτοβουλίες και συντονισμούς από τα κάτω, με προσπάθειες να ενισχυθεί ο ρόλος των εργαζομένων στη λήψη των αποφάσεων . Εφαρμόστηκε και ορθά η στρατηγική της πίεσης και από τα πάνω και από τα κάτω και από μέσα και από έξω χωρίς όμως να διακινδυνεύει την ενότητα δράσης και την οργανωτική ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος . Η στάση αυτή ,η οποία επιχείρησε να αξιοποιήσει κάθε θέση που έδωσαν στις διοικήσεις και στα εκτελεστικά όργανα οι εργαζόμενοι στους συνδικαλιστές της αριστεράς δεν ήταν εύκολη και δεν είχε πάντα τα προσδοκώμενα αποτελέσματα λόγω του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων .Παρ’ όλα αυτά ασκούσε μόνιμη πίεση στην ηγετική ομάδα του σκ ,την τραβούσε σε κάποιες αποφάσεις αγωνιστικές ,παρεμπόδιζε ακόμη χειρότερες εξελίξεις ,διευκόλυνε τις διαφοροποιήσεις αρκετών συνδικαλιστών μέσα στα συνδικάτα. Το τελευταίο διάστημα δημιουργείται μια νέα κατάσταση όπου εντείνονται οι διαφοροποιήσεις ακόμη και στο επίπεδο των ηγεσιών των τριτοβάθμιων οργάνων με αποτέλεσμα η στενή ηγετική ομάδα της ΠΑΣΚΕ να αισθάνεται πολιτικά αποδυναμωμένη και συνδικαλιστικά να αποδιαρθρώνεται . Παρά την στήριξη που εξασφαλίζει ο σημερινός πρόεδρος της ΓΣΕΕ από το μιντιακό κατεστημένο σε σχέση με την δαιμονοποίηση συνδικαλιστικών στελεχών της που διαφοροποιούνται από το χώρο της ΠΑΣΚΕ , η φθορά της σημερινής στενής ηγετικής ομάδας της ΠΑΣΚΕ είναι μη αναστρέψιμη και αργά ή γρήγορα ένα νέο πολύχρωμο δυναμικό από στελέχη που πιστεύουν στην αγωνιστική πορεία των συνδικάτων ,που θα παλεύουν για την ακύρωση των μνημονίων και των αντεργατικών πολιτικών ,θα κυριαρχήσουν στις οργανώσεις. Ανάλογοι τριγμοί με άλλα χαρακτηριστικά υπάρχουν και στην ηγεσία της ΔΑΚΕ .
Είναι γνωστό ότι όπου γίνονται εκλογές υπάρχουν σημαντικές αλλαγές υπέρ των ριζοσπαστικών δυνάμεων. Όμως η σημερινή εικόνα στις τριτοβάθμιες οργανώσεις αποτυπώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων που στις περισσότερες οργανώσεις καταγράφηκε πριν από την εφαρμογή των μνημονίων και συνεπώς δεν είναι αντιπροσωπευτική των μεγάλων αλλαγών που έχουν γίνει στη συνείδηση και εκλογική συμπεριφορά του κόσμου της εργασίας. Άρα αν στο επερχόμενο συνέδριο, της ΓΣΕΕ, όπως είναι πολύ πιθανόν , δεν υπάρξουν μαζικές εκλογικές διαδικασίες από τα κάτω , τότε η αλλαγή των συσχετισμών μπορεί να προκύψει μόνο σε επίπεδο αναδιάταξης των συνδικαλιστικών στελεχών.
Αυτή την πλευρά δεν πρέπει διόλου να υποτιμήσει το ριζοσπαστικό ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα , στο όνομα μιας καθαρότητας που μπορεί να μας δημιουργεί αυταρέσκεια ,αλλά τελικά συμβάλει στην αναπαραγωγή των ίδιων αρνητικών συσχετισμών. Ούτε πρέπει να θεωρηθούν ορθές λογικές που ψιθυρίζονται για εγκατάλειψη των συνδικάτων και υιοθέτηση πρακτικών που διασπούν και αποδυναμώνουν την αγωνιστική κοινή δράση των συνδικάτων . Εμείς θέλουμε να διώξουμε τις συμβιβασμένες ηγεσίες και όχι να αποδυναμώσουμε τα συνδικάτα .Δεν θα πετάξουμε μαζί με τα νερά και το παιδί.
Δ. ΤΙ ΟΡΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ
Ο στόχος να απαλλαγεί το συνδικαλιστικό κίνημα από τις παθογένειές του που αφορούν στον προσανατολισμό, στην έκπτωση αξιών ,στην δομή ,τη λειτουργία του ,στο στελεχικό δυναμικό του ,στην ελλειμματική σχέση του με τη νεολαία ,τις γυναίκες ,τους μετανάστες, στους ελαστικά απασχολούμενους και ανέργους . Ο στόχος είναι να αποκτήσει μαζικότητα ιδίως στα πιο ευάλωτα τμήματα της τάξης , ενότητα, δημοκρατία ,ταξική στόχευση ,ανιδιοτέλεια και ακεραιότητα, αυτονομία ,πίστη στη δύναμή του και στον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης ,αγωνιστική στάση. Να αποκτήσει την συνείδηση των μεγάλων αλλαγών που απαιτούνται στον συνολικό τρόπο δουλειάς του μέσα στις έκτακτες συνθήκες που έχει δημιουργήσει το σοκ της κρίσης και των μνημονίων . Υπάρχουν άπειρες νέες δυσκολίες .Όμως επειδή ουδέν κακό αμιγές καλού ,η κρίση και η επίθεση του κεφαλαίου με την ισοπέδωση προς τα κάτω ,έχουν κάνει πιο πειστικό τον αφορισμό του Μάρξ : οι εργάτες δεν έχουν να χάσουν τίποτε, παρά μόνο τις αλυσίδες τους και έχουν άρει τις διαφορές που υπήρχαν μέσα στην εργατική τάξη φέρνοντας τους αντικειμενικά πιο κοντά ως μέλη μιας μεγάλης εκμεταλλευόμενης ομάδας. Δεν πιστεύει κανείς ότι όσο πιο εξαθλιωμένη γίνεται η εργατική τάξη τόσο πιο επαναστατική γίνεται ,πολύ περισσότερο δεν το επιδιώκει, ωστόσο αυτό είναι ένα γεγονός που προέκυψε ανεξάρτητα από τη θέλησή μας και υπό την προϋπόθεση της πιο έντονης ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης μπορεί να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση της αγωνιστικής ενότητας των εργαζομένων. Με όλα τα πιο πάνω η επείγουσα ανάγκη είναι να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ώστε να γίνει ικανό το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα να αναγεννηθεί μέσα από τα κοινωνικά ερείπια που έχουν δημιουργηθεί.
Το σχέδιο ανασυγκρότησης των συνδικάτων θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει τα εξής:
α. Ανάπτυξη συντονισμένων αγώνων
Οι αγώνες δεν διατάσσονται .Ο κάθε χώρος έχει τις δικές του δυνατότητες και τον δικό του αγωνιστικό ρυθμό και μέθοδο. Όμως σε κρίσιμες στιγμές η ανάγκη συντονισμού είναι επιβεβλημένη και μια τέτοια περίοδος είναι η σημερινή όπου η επίθεση είναι ολομέτωπη. Όταν μάλιστα τα τριτοβάθμια όργανα δεν παίζουν τον ρόλο τους ,χωρίς να σταματούμε ούτε στιγμή να παρεμβαίνουμε και να πιέζουμε τις ηγεσίες τους να παίξουν τον ρόλο τους και χωρίς να διασπάται η κοινή δράση όταν αυτή εξασφαλίζεται , είναι ανάγκη να αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες συντονισμού των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων. Υπάρχει η πείρα αντίστοιχων πρωτοβουλιών στο παρελθόν όπως τα ΣΑΔΕΟ. Σήμερα ο συντονισμός πραγματοποιείται μέσα από τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά η εμβέλειά του είναι περιορισμένη κυρίως σε δυνάμεις της αριστεράς. Ο στόχος είναι να συσπειρωθούν όλες οι δυνάμεις και οι εργαζόμενοι που θέλουν να αγωνιστούν. Συνεπώς με μεγαλύτερη πλατύτητα πρέπει να κινηθεί η προσπάθεια ,με διεύρυνση της με σωματεία και ομοσπονδίες. Ανάλογες προσπάθειες πρέπει να γίνουν και τοπικά στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων Στις σημερινές συνθήκες ο συντονισμός δεν αφορά μόνο την εργατική τάξη αλλά και μεσαία στρώματα που πλήττονται και προλεταριοποιούνται ,αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες. ΟΙ κινητοποιήσεις πρέπει να παίρνουν ένα χαρακτήρα παλλαϊκού κοινωνικού μετώπου που μπορεί να μορφοποιείται σε ένα πανελλαδικό δίκτυο.
β. Αλλαγή των συσχετισμών
Η προσπάθεια αλλαγής των συσχετισμών ήδη έχει ξεκινήσει . Όπου πραγματοποιούνται αρχαιρεσίες σε πρωτοβάθμια σωματεία οι συσχετισμοί διαφοροποιούνται αισθητά ιδίως όπου ενώνουν τις δυνάμεις τους οι αριστεροί συνδικαλιστές και δημιουργούνται ευρύτερα σχήματα. Όμως για να αποτυπωθεί η αληθινή εικόνα που επικρατεί στη βάση των συνδικάτων στην κορυφή αυτό θα πάρει χρόνο αν συνεχιστούν τα καθιερωμένα. Στη σημερινή ρευστή κατάσταση που πολλά αλλάζουν ,που υπάρχει μια προφανέστατη αναντιστοιχία της θέλησης των εργαζομένων με την βούληση της ηγεσίας , δεν μπορεί να γίνονται συνέδρια ιδίως στις τριτοβάθμιες οργανώσεις με κλειδωμένους τους συσχετισμούς που καταγράφηκαν πριν από μια τριετία . Με βάση την παρούσα κατάσταση ,υπάρχει περίπτωση να εκπροσωπούνται στη ΓΣΕΕ αντιπρόσωποι που τα πρωτοβάθμια σωματεία τους έχουν πραγματοποιήσει εκλογές πριν από μια πενταετία.
Είναι επείγουσα η ανάγκη να καταγραφεί ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και γι αυτό το λόγο χρειάζεται να ληφθεί μια γενναία απόφαση ώστε μέσα σε ένα εξάμηνο να πραγματοποιηθούν εκλογές σε όλη την κλίμακα του κινήματος ξεκινώντας από τις αρχαιρεσίες στα σωματεία μέχρι τα συνέδρια των τριτοβάθμιων οργανώσεων . Αυτό πέρα από την μεγάλη πολιτική αξία που θα έχει με όρους δημοκρατίας, εξυγίανσης και αξιοπιστίας θα δώσει μια μεγάλη ευκαιρία στο κίνημα να ξαναδεί τον προσανατολισμό και τις μεθόδους πάλης του εντός των εντελώς νέων συνθηκών ,μέσα από μια μεγάλη πρωτογενή διαδικασία διαλόγου και αποφάσεων και θα οδηγήσει σε μια πολύ μεγάλη συσπείρωση και μαζικοποίηση των συνδικάτων .
Η πρόταση αυτή που έχει εκφωνηθεί από την Αυτόνομη παρέμβαση χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί και να αποκτήσει μια ευρύτατη στήριξη από συνδικαλιστικά στελέχη και εργαζόμενους σαν αντίβαρο στο επερχόμενο συνέδριο της ΓΣΕΕ που αντικειμενικά θα αποτυπώσει αλλοιωμένα τους συσχετισμούς . Ακόμη και στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος και πραγματοποιηθεί το συνέδριο της ΓΣΕΕ με τους σημερινούς όρους ,η επιμονή μας μπορεί να οδηγήσει στον μεταβατικό χαραχτήρα αυτού του συνεδρίου ,ώστε μέσα σε ένα χρόνο να πραγματοποιηθεί ένα απόλυτα γνήσιο συνέδριο όλου του συνδικαλιστικού κινήματος με την ταυτόχρονη προώθηση της ενοποίησης ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.
Σε κάθε περίπτωση η ανάγκη αλλαγής των συσχετισμών είναι επείγουσα για να αναπροσανατολιστεί από τώρα η δράση των συνδικάτων. Γι αυτό το λόγο χρειάζεται μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα να δημιουργηθούν ευρύτερες αντιμνημονιακές συσπειρώσεις και ψηφοδέλτια ώστε να εξασφαλιστεί ο ταξικός αναπροσανατολισμός των συνδικάτων .Στη ΓΣΕΕ πρέπει να υπάρξει αλλαγή ηγεσίας για να σταματήσει ο κατήφορος και η απαξίωσή της.
Με αυτό το στόχο το αυτόνομο ταξικό ρεύμα δεν πρέπει να μένει αμέτοχο σε διεργασίες και διαφοροποιήσεις που γίνονται ,αρκεί να είναι ειλικρινείς και να έχουν δοκιμαστεί στην μάχη ενάντια στα μνημόνια . Αντίθετα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε αυτές να ενισχυθούν και να αποκρυσταλλωθούν ώστε να δοθεί ένας αέρας ριζοσπαστικής αλλαγής μέσα στη ΓΣΕΕ. Είναι καθαρό ότι το μεγαλύτερο βάρος της προσπάθειας πρέπει να δοθεί στις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες οργανώσεις ,στην προσπάθεια μαζικοποίησης των συνδικάτων με νέους, ανέργους, γυναίκες, μετανάστες ,ελαστικά απασχολούμενους ,διότι η μεγάλη αλλαγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στο ήδη οργανωμένο κομμάτι που συρρικνώνεται αλλά κυρίως μέσα από τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης και τα στρώματα που είναι εκτός των τειχών, τα οποία πρέπει να εισβάλουν στην κυριολεξία μέσα στα συνδικάτα και να αναγεννήσουν το συνδικαλιστικό κίνημα.
γ. ανασυγκρότηση-διεύρυνση του αυτόνομου ταξικού ρεύματος
Η Αυτόνομη παρέμβαση έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα την τελευταία εικοσαετία και σηματοδότησε ένα νέο μοντέλο συνδικαλιστικής δράσης .Σήμερα οι ανάγκες επιβάλλουν τον μετασχηματισμό της σε μια νέα παράταξη η οποία πρέπει να περικλείει όλο το συνδικαλιστικό δυναμικό που επηρεάζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και ακόμη ευρύτερα με συγκρότηση πανελλαδικής δομής και δικτύωσης που θα εξασφαλίζει την παρέμβασή της σε όλη τη κλίμακα του συνδικαλιστικού κινήματος.
δ. Πολιτικοποίηση,
Για τα συνδικάτα πάντα υπήρχε η ανάγκη της σύνδεσης του ειδικού με το γενικό ,του άμεσου με το μακροπρόθεσμο. Τα συνδικάτα έτσι ή αλλιώς εμπλέκονται στην πολιτική πάλη ,αφού η συνδικαλιστική πάλη έρχεται σε σύγκρουση με τις πολιτικές που ορίζουν οι κυβερνήσεις ,με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, αλλά και με την λειτουργία της αγοράς η οποία αποτρέπει τις επιλογές που καθορίζει ο κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων. Η πολιτική όμως των μαζών και η πολιτικοποίηση των συνδικάτων δεν πρέπει να τα εντάσσει στο θεσμοποιημένο πολιτικό σύστημα αλλά να υπάρχει μια σχέση ανταγωνισμού με το κράτος και τα συμφέροντα που συγκροτούνται γύρω από αυτό και φυσικά τους εργοδότες ως τάξη. Υπό κανονικές συνθήκες υπάρχει ένας διακριτός καταμερισμός που εκφράζεται και στα αιτήματα και στον τρόπο δουλειάς μεταξύ πρωτοβάθμιων ,δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργάνων που πάντα πρέπει να είναι γειωμένος πάνω στα προβλήματα των εργαζομένων. Στις έκτακτες συνθήκες όμως που βιώνουμε σήμερα ,χωρίς να χάνεται το στοιχείο της αντιμετώπισης των άμεσων προβλημάτων ,κυριαρχεί η σύγκρουση με τις κυβερνητικές επιλογές . Συνεπώς η κατάργηση των μνημονίων και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εμποδίζουν ακόμη και την λύση μικρών προβλημάτων πρέπει να είναι ο αμετάθετος στόχος όλων των συνδικάτων και πάνω σε αυτό το στόχο πρέπει να συγκεντρώνουν την δράση τους και να οργανώνουν τις συμμαχίες τους .
ε. Νέες διεκδικήσεις και αιτήματα
Το νέο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί έχει ανατρέψει πλήρως το πλαίσιο των αιτημάτων με βάση τα οποία ανέπτυσσε τη δράση του το συνδικαλιστικό κίνημα . Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει μια μεγάλη αμηχανία και υπάρχει ο κίνδυνος της παραίτησης ή της παραπομπής των πάντων στην ανάγκη πολιτικών λύσεων. Αυτή η λογική ,θα ήταν το στράβωμα της βέργας από την ανάποδη και είναι εξίσου ζημιογόνα με το να μην κατανοεί κάποιος την ανάγκη της πολιτικοποίησης και να ασχολείται μόνο με τα ειδικά αιτήματα. Χρειάζεται ,συνεπώς, ο συνδυασμός της πάλης . Έχουμε μπροστά την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου με πάρα πολλές διατάξεις που θα υλοποιούνται σταδιακά .Η ανάπτυξη αγώνων για την αποτροπή των απολύσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα , για την απόκρουση των ιδιωτικοποιήσεων ,για την αποτροπή των αυξήσεων στα εισιτήρια και στα τιμολόγια της ΔΕΗ , η απόκρουση της φοροεπιδρομής και της λεηλασίας των μισθών, του χαρατσιού στα νοσοκομεία , η απόκρουση πλειστηριασμών και άλλα διαμορφώνουν ένα πλαίσιο κινήσεων και αιτημάτων . Παράλληλα οι περικοπές στις συντάξεις μπορούν να τροφοδοτήσουν δράσεις για την ακύρωσή τους και μαζικές προσφυγές στα δικαστήρια αξιοποιώντας τις αποφάσεις του γενικού λογιστηρίου . Επίσης η διάλυση των εργασιακών σχέσεων ,η αυθαιρεσία στους χώρους δουλειάς πρέπει να μην θεωρούνται ως αναπότρεπτες και να διαμορφώνονται διεκδικήσεις που θα υπερβαίνουν το νομικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί. Ακόμη έξω από μια λογική πειθαρχίας στο πάγωμα και στην μείωση των μισθών πρέπει να διαμορφωθούν οικονομικές διεκδικήσεις που θα αναστρέφουν την καθίζησή τους και ταυτόχρονα θα απαιτούν ρυθμίσεις για την στήριξη των ανέργων και την αύξηση της απασχόλησης, την άμεση καταπολέμηση της ακρίβειας, την ενίσχυση του ρόλου του ΣΕΠΕ, την αποκατάσταση της λειτουργίας των συμβάσεων .Επίσης το συνδικαλιστικό κίνημα εκτός από την παραδοσιακή ατζέντα πρέπει να ψάξει σε νέα πεδία που αφορούν στην διαχείριση του χρόνου εργασίας, στην αυτοδιαχείριση επιχειρήσεων που κλείνουν ,στην επιβολή μορφών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου
στ.Η Οργάνωση της αλληλεγγύης
Όταν αντιμετωπίζουμε μια τέτοια περίοδο που μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης και άλλων λαϊκών στρωμάτων αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης ,τότε μαζί με την αντίσταση το θέμα της αλληλεγγύης αποκτά μεγάλη σημασία και δεν πρέπει να υποτιμάται. Τα συνδικάτα δεν μπορούν να μένουν πίσω σε αυτό το ζήτημα Η αλληλεγγύη φυσικά πρωτίστως αφορά στους αγώνες που πραγματοποιούνται , σε τμήματα της τάξης που χτυπιούνται ,αλλά ταυτόχρονα παίρνει και την μορφή της αλληλοβοήθειας για την κάλυψη των άμεσων βιοτικών αναγκών. Τα συνδικάτα με τις πανελλαδικές δομές τους σε συνεννόηση με την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλους φορείς και πρωτοβουλίες αλληλεγγύης που έχουν δημιουργηθεί μπορούν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο , διότι μέσα από αυτές τις δράσεις ενισχύεται ο κοινωνικός τους ρόλος και ιδίως τα πιο εξαθλιωμένα τμήματα της τάξης παραμένουν ενταγμένοι σε μια συλλογική προσπάθεια και δεν απομονώνονται.
ζ. Οργανωτική ενότητα-δομή
Το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα έχει ορθά επιλέξει την δράση του μέσα από ενιαία οργανωτική δομή. Παρόλα αυτά ο κατακερματισμός στην βάση επαγγελμάτων, ειδικοτήτων και χώρων δουλειάς είναι πολύ εκτεταμένος . Προκύπτει η άμεση ανάγκη για μια διαδικασία ενοποίησης ξεκινώντας από τα πάνω προς τα κάτω. Το πρώτο που πρέπει να προχωρήσει είναι η ενοποίηση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Παράλληλα πρέπει να προωθηθεί επί τέλους η ενοποίηση συναφών ομοσπονδιών ώστε να φτάσουμε σε 15-20 ομοσπονδίες και αντιστοίχως στα εργατικά κέντρα που πρέπει να αποφασιστεί ποιος θα είναι ο ρόλος τους και αν θα παραμείνουν στο επίπεδο του νομού ή της περιφέρειας. Στα πρωτοβάθμια σωματεία είναι επείγουσα η ανάγκη συνένωσής τους σε μεγαλύτερα σωματεία και να σταματήσει το χάος των χιλιάδων μικρών σωματείων .Ειδικά για την αττική και τις μεγάλες πόλεις τα εργατικά κέντρα πρέπει να αποκεντρωθούν στο επίπεδο δήμων και διαμερισμάτων και να βοηθήσουν στην μαζικοποίηση των σωματείων με εργαζόμενους ,ανέργους και συνταξιούχους και την συσπείρωσή τους καθαρά σε ταξική και όχι επαγγελματική βάση. Με την δομή που έχει η οικονομία στη χώρα μας πρέπει επίσης το βάρος να δοθεί στα κλαδικά σωματεία.
η. Δημοκρατία
Τα συνδικάτα πρέπει να εγκαταλείψουν ένα τρόπο λειτουργίας γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό, που καταλήγει να υποτιμά τον ρόλο των εργαζομένων και περιορίζει την αποτελεσματικότητα στη δράση.
Αυτό αφορά τα συνδικάτα σε όλη την κλίμακα του κινήματος αλλά αφορά πρωτίστως τα πρωτοβάθμια σωματεία. Τα σωματεία πρέπει να σφύζουν από ζωή ,να φροντίζουν οι περισσότερες αποφάσεις να λαμβάνονται μέσα από μαζικές συνελεύσεις .Να φροντίζουν ώστε στην καθημερινή ζωή των συνδικάτων να συμμετέχουν όσο γίνεται περισσότεροι εργαζόμενοι/ες. Να δημιουργούνται επιτροπές δουλειάς και ομάδες ενδιαφερόντων .Να κυριαρχεί ένα κλίμα συντροφικότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών ,που δεν πρέπει να διαταράσσεται από άγονες αντιπαραθέσεις οι οποίες απομακρύνουν τους εργαζόμενους. Στα συνδικάτα δεν πρέπει να υπάρχουν αποκλεισμοί ούτε μπορεί να γίνεται κατάχρηση της πλειοψηφίας ή πολύ χειρότερα να παίρνονται αποφάσεις χωρίς να συνεδριάζουν τα όργανα με την λογική ότι υπάρχουν δεδομένες πλειοψηφίες . Η αντιπροσωπευτικότητα στην συγκρότηση των προεδρείων είναι μια δοκιμασμένη πρακτική που προσφέρει προϋποθέσεις μιας πιο δημοκρατικής λειτουργίας αλλά αν δεν συνοδεύεται από μια αντίληψη ανοιχτής λειτουργίας τότε δεν εξασφαλίζεται η δημοκρατία.
θ. συνδικαλιστική ηθική και δεοντολογία
Τα συνδικαλιστικά στελέχη πρέπει να είναι το υπόδειγμα ανιδιοτέλειας, ,ηθικής ακεραιότητας ,δημοκρατικής συμπεριφοράς, απόλυτου σεβασμού στη θέληση των εργαζομένων στους οποίους άλλωστε απολογούνται . Πρέπει να σταματήσουν άμεσα οι πρακτικές πελατειακών σχέσεων, ανοχής σε φαινόμενα νοθείας, συμμετοχής σε αμειβόμενες επιτροπές ,αξιοποίησης των συνδικαλιστικών αποσπάσεων για λόγους που δεν έχουν σχέση με την συνδικαλιστική δουλειά και άλλες εκφυλιστικές λογικές , φαινόμενα που υπάρχουν σε ένα τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος. Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να προχωρήσει στην εξυγίανση και την αυτοκάθαρσή του ,ώστε να μην υπάρχουν σκιές που φθείρουν την ιδέα της συνδικαλιστικής δράσης. Η διαμόρφωση ενός κώδικα δεοντολογίας ,ψηφισμένου από συνέδρια, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις θα ήταν ένα σημαντικό βήμα για την εξυγίανση και αναμόρφωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Τα συνδικάτα πρέπει να αλλάξουν ΤΩΡΑ!
Το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας ,πρέπει επειγόντως να αλλάξει ριζικά .Να επανασυνδεθεί με τις αγωνιστικές και ταξικές παραδόσεις του εργατικού κινήματος στη χώρα μας , να αποκαταστήσει την ενότητα δράσης του, να διεθνοποιήσει την προσπάθειά του ,να μελετήσει την ιστορική του διαδρομή ,να εξυγιανθεί ,να αντιστοιχηθεί άμεσα και ευθέως με τις ανάγκες του κόσμου της εργασίας και με την ιστορική φάση που διανύουμε.
Οποιαδήποτε ολιγωρία ή αδράνεια ή ρητορεία περί επιφανειακών αλλαγών που διατηρούν την ίδια κατάσταση , θα είναι σε βάρος της μελλοντικής πορείας των συνδικάτων. Προφανώς η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει « εν κινήσει» μέσα στην εξέλιξη των αγώνων που δεν πρέπει ούτε στιγμή να σταματήσουν.
Κάτι μεγάλο πρέπει να γίνει και να γίνει τώρα .Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα είναι καταστροφική για το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Το παρόν σημείωμα δεν φιλοδοξεί να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις .Προσπαθεί να δώσει μερικές ιδέες στο ενεργό συνδικαλιστικό δυναμικό της αριστεράς και κυρίως να δημιουργήσει ερεθίσματα για ένα ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο.
*Ο Αλέκος Καλύβης είναι μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012.