Α.1.Στη μνημονική περίοδο και σε σύντομο σχετικά χρόνο, με τρόπο βίαιο, ανατράπηκαν βεβαιότητες που δημιουργήθηκαν ουσιαστικά τη μεταπολιτευτική περίοδο τουλάχιστον.
Δεν διανοούνταν οι εργαζόμενοι μείωση αποδοχών και ανατροπή όλων των δικαιωμάτων τους που αποκτήθηκαν με αγώνες την προηγούμενη περίοδο.
Ανατράπηκε επίσης και η παράδοση που είχε δημιουργηθεί την μεταπολεμική περίοδο, ότι δηλ. υπήρχε μια συνεχής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί επίσης μια απατηλή βεβαιότητα ότι τα παιδιά ζουν σε καλύτερες συνθήκες από τους γονείς τους.
Και αυτό ανατράπηκε. Τα τελευταία χρόνια, οι νέοι δεν έχουν μέλλον και τα παιδιά ζουν χειρότερα απ’ τους γονείς τους.
Η γενιά των 700€, που πριν μερικά χρόνια ήταν η γενιά χωρίς δικαιώματα, σήμερα το ύψος των αποδοχών αυτών είναι άπιαστο όνειρο για εκατομμύρια εργαζόμενους και άνεργους.
Α.2.Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τα τρία τελευταία χρόνια έχασαν συνολικά πάνω από το 50% των αποδοχών τους. Δεν είναι σκόπιμο να αναφερθούν, γιατί είναι γνωστά σε όλους τα μέτρα που πάρθηκαν και οι μειώσεις που έγιναν στις αποδοχές μας, μέσω των περικοπών των επιδομάτων στην αρχή, της αλλαγής του μισθολογίου στη συνέχεια, της κατάργησης των δώρων και του λεγόμενου 13ου και 14ου μισθού, της κατάργησης του αφορολόγητου εισοδήματος και της αύξησης της φορολόγησης του, της κατάργησης και άλλων παροχών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μειώθηκε παράλληλα και το ύψος της ωριαίας αμοιβής με την αύξηση του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας από 2,5 έως 10 ώρες, με μείωση και όχι αύξηση των αποδοχών.
Στους εργαζόμενους στο χώρο της υγείας είναι μεγαλύτερη, αφού ένα τμήμα των αποδοχών τους προέρχεται από εργασία τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, από νυχτερινή εργασία ή υπερεργασία, από την μείωση και του ύψους της ωριαίας αμοιβής των υπερωριών, αλλά και από τη μείωση του μηνιαίου αριθμού τους, και βέβαια όταν και όπως πληρώνονται αυτές, γιατί στις περισσότερες φορές γίνεται μετά από κινητοποιήσεις.
Η εκτίμησή μου είναι ότι θα πρέπει να περιμένουμε νέο κύκλο μισθολογικών μειώσεων, γιατί κατά την ψήφιση του νέου μισθολογίου-βαθμολογίου τον Οκτώβρη του 2011 (ν.4024/2011), η επιχειρηματολογία στηρίχτηκε στην ανάγκη ενιαίων αμοιβών στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, κάτι που είναι σωστό, όταν γίνεται όμως για να αποκαταστήσει αδικίες και όχι για να πετσοκόψει συνολικά τους μισθούς και τα μεροκάματα.
Έτσι ο κατώτατος εισαγωγικός βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων διαμορφώθηκε στα 780€, όταν τότε ο κατώτατος μισθός της ΕΓΣΣΕ ήταν 751€.
Σήμερα όμως ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα έχει βουτήξει στα 586€ και στα 510€ για τους εργαζόμενους κάτω από 25 ετών, σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης όταν ταυτόχρονα έχουμε διεύρυνση της μερικής και εκ περιτροπής εργασία και πλέον γίνεται κανόνας να μιλάμε 2.000€ με 3.000€ ετήσιες αποδοχές, αφού χιλιάδες εργαζόμενοι εργάζονται, είτε με ένα δύο μεροκάματα την εβδομάδα είτε με πεντάμηνες συμβάσεις και με αμοιβές βέβαια τώρα που κυμαίνονται από 427€ έως 490€.
Όταν λοιπόν συνδέεται ο κατώτατος μισθός στο δημόσιο, με τους κατώτατους μισθούς που διαμορφώνονται στον ιδιωτικό τομέα, σήμερα παρουσιάζεται μια απόκλιση που κυμαίνεται από 25/% έως 35%, το πιο πιθανό είναι να μας πούνε αύριο ότι υπάρχει μεγάλη μισθολογική απόκλιση και άρα πρέπει να πάμε σε αντίστοιχη μείωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων. Εξάλλου υπάρχει μνημονιακή δέσμευση για μισθούς ανταγωνιστικούς με τις χώρες τις Ν/Α Ευρώπης, δηλ. για μισθούς από 150€ έως 350€!!!.
Το πιο σημαντικό βέβαια σε συνδικαλιστικό επίπεδο είναι ότι το ύψος των αμοιβών των εργαζομένων δεν καθορίζονται πλέον μέσα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις ή από την υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), καθορίζονται μονομερώς απ’ την κυβέρνηση και δεν έχουν υποχρεωτική ισχύ.
Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί καταργείται συλλογική διαπραγμάτευση, φέρνει τον εργαζόμενο ατομικά απέναντι στον εργοδότη, ουσιαστικά πάμε 200 χρόνια πίσω και έτσι μέσω αυτών των ρυθμίσεων στοχεύουν στην πλήρη αποδυνάμωση και απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος, γιατί ένα συνδικάτο που δεν διαπραγματεύεται τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων, δεν είναι απαραίτητο για τον εργαζόμενο.
Α.3.Με αφετηρία το ισχύον μισθολόγιο (ν.4024/2011), όπου καταργήθηκε η ακώλυτη μισθολογική εξέλιξη των δημοσίων υπαλλήλων και συνδέθηκε με τη βαθμολογική, καθώς και σε κάποιες περιπτώσεις με την επίτευξη των στόχων, αλλά και με το νέο νομοσχέδιο που είναι σε «διαβούλευση», όπου αλλάζει η υπηρεσιακή, σε θέσεις ευθύνης, εξέλιξη του προσωπικού, σημαντικό στοιχείο για την εξέλιξή του ή την μη υποβίβασή του θα είναι η επίτευξη των συμβολαίων, για την επίτευξη των στόχων, που θα υπογράφουν οι προϊστάμενοι, με τις διοικήσεις των δημοσίων υπηρεσιών και των φορέων.
Το μοντέλο που ετοιμάζουν για τα δημόσιο στην μνημονιακή και μεταμνημονιακή εποχή είναι απ’ την μια μεριά μια κάστα δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι θα υπηρετούν τις μνημονιακές πολιτικές, ξεκομμένη από τις κοινωνικές ανάγκες, εχθρική προς την πολιτική-συνδικαλιστική δράση και από την άλλη δημοσίους υπαλλήλους κακοπληρωμένους, χωρίς σταθερή εργασία, με αποδοχές πολλών ταχυτήτων και εξαρτημένους από την διοικητική και πολιτική ιεραρχία.
Ένα τέτοιο δημόσιο δεν θα έχει επιπτώσεις μόνο στο προσωπικό που θα εργάζεται σ’ αυτό, αλλά κυρίως στην κοινωνία, μιας και θα καταργηθούν κυρίως οι υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα, θα εμπορευματοποιηθούν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά και θα παρέχονται από ιδιώτες για όσους μπορούν, ανταποδοτικά να τις απολαμβάνουν.
Κατά συνέπεια η διεύρυνση του μετώπου δράσης του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος, η υπέρβαση της συντεχνιακής – κλαδικής διεκδίκησης και η πολιτικοποίηση των αιτημάτων, που θα το συνδέουν ευρύτερα με το λαϊκό κίνημα, είναι όροι απαραίτητοι σε μια προσπάθεια αναστροφής της κατάστασης και διαμόρφωσης των όρων αντεπίθεσης απέναντι στις μνημονιακές δυνάμεις.
Τα αιτήματα της υπεράσπισης των δημόσιων αγαθών της υγείας, της παιδείας, της πρόνοιας, της κοινωνικής ασφάλισης, της κατοικίας, της ενέργειας και του νερού, μαζί με διαγραφή του χρέους ή του μεγαλύτερου μέρους του, της εθνικοποίησης – κοινωνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, καθώς και της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας σε όφελος των δυνάμενων της εργασίας, είναι αιτήματα, που πρωτίστως το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να τα προβάλει και να τα διεκδικήσει, αν θέλουμε η εργατική τάξη και όλοι οι εργαζόμενοι να βάλουν τη σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας.
Α.4.Μια άλλη παράμετρος, που έχει φέρει χιλιάδες εργαζόμενους σε απόγνωση, που απορροφά το σύνολο σχεδόν των μηνιαίων αποδοχών, που πολλές φορές δεν φτάνουν και έχει οδηγήσει σε διάλυση τις οικογενειακές σχέσεις, σε αυτοκτονίες και σε αύξηση των ψυχικών παθήσεων, είναι η αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεών τους.
Τα δάνεια που πάρθηκαν σε άλλες οικονομικές συνθήκες, με διαφορετικές προσμονές για το εργασιακό και εισοδηματικό μέλλον των εργαζομένων, σήμερα δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, γιατί ενώ οι μισθοί μειώθηκαν πάνω από το 50%, ενώ αυξήθηκε η ανεργία και πολλοί απ’ εμάς μπορεί να είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειας που εργάζεται.
Οι μέχρι τώρα κυβερνητικές παρεμβάσεις που έγιναν, έγιναν σε όφελος των τραπεζών, με την παράταση αποπληρωμής των δόσεων, χωρίς τη μείωση των επιτοκίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) ζήτησε το κούρεμα των δανείων που έχουν συνάψει οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά 30%-40%, η κυβέρνηση δεν το δέχτηκε, ενώ αντίθετα οι ρυθμίσεις που επέβαλε οδηγεί στην μεταβίβαση του χρέους στα παιδιά και τα εγκόνια μας, αφού μπορεί να μεταφέρεται η αποπληρωμή των δόσεων μέχρι τα 85 και 90 χρόνια της ζωής μας.
Μοναδική λύση υπέρ των εργαζομένων και της κοινωνίας είναι η πρόταση που καταθέσαμε και που σε γενικές γραμμές προβλέπει την διαγραφή όλων των δανείων για όσους έχουν οικογενειακό ή ατομικό εισόδημα κάτω από όριο της φτώχειας, που σήμερα είναι κάτω από 15.000€ και 7.000€ αντίστοιχα, ενώ για όσους έχουν εισόδημα πάνω από το όριο αυτό θα πρέπει να υπάρξει κούρεμα, έτσι που η μηνιαία δόση δεν θα ξεπερνά το 30% των αποδοχών.
Το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει αίτημα πάλης του σ.κ. και μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερα στρώματα εργαζομένων.
Β. Αλλαγές στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό σύστημα
Β.1.Οι ανατροπές που έγιναν στη μνημονιακή περίοδο, δεν περιορίζονται μόνο στις δραματικές μειώσεις των συντάξεων ή στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά και στο χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος, που από δημόσιος, κοινωνικός και αναδιανεμητικός, με καθορισμένες εισφορές και παροχές, μετατρέπεται σε κεφαλαιοποιητικός, με ιδιωτικά κριτήρια, χωρίς την εγγύηση του κράτους, με καθορισμένες εισφορές και όχι καθορισμένες παροχές, αφού θα σχετίζονται με τις εισφορές που θα έχουν καταβληθεί σ’ όλο τον εργασιακό βίο, την απόδοσή τους και την οικονομική δυνατότητα των ταμείων για την καταβολή τους.
Β.2.Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται από το 2011, για την κύρια σύνταξη, ασφαλίζονται στο ΙΚΑ, ενώ πλέον και με την ενοποίηση των επικουρικών ταμείων και τη δημιουργία του Ενιαίου Επικουρικού Ταμείου Μισθωτών (ΕΤΕΑ), δημιουργούνται ενιαίοι όροι ασφάλισης σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, κάτι που θα ήταν θετικό, αν δεν γινόταν για τον περιορισμό δικαιωμάτων, την ισοπέδωση προς τα κάτω και τη χρησιμοποίηση, των κουρεμένων πλέον αποθεματικών, των λεγόμενων υγειών ταμείων, για την κάλυψη ελλειμματικών της τρύπας του ασφαλιστικού συστήματος και βεβαίως τη στόχευσή τους για πλήρη κατάργηση της επικουρικής σύνταξης.
Β.3.Οι βασικές ανατροπές έγιναν με τους νόμους 3863 και 3865/2011, όπου πέρα από τις παραπάνω αλλαγές, αυξάνουν σταδιακά τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και έτσι η σύνταξη για όσους συμπληρώνουν την 25ετία από το 2011 και μετά θα αυξάνονται κατά ένα χρόνο και έτσι τα νέα όρια που διαμορφώνονται με βάση αυτούς τους νόμους είναι τα 40 χρόνια εργασία ή τα 12.000 ένσημα και το όριο ηλικίας τα 60 και πάνω, και η κατώτερη με 15 χρόνια εργασίας και όρο ηλικίας τα 65.
Μεγάλες ανατροπές στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης έφερε επίσης και η ψήφιση του νόμου 4093/12 (3ο μνημόνιο).
Με το νόμο αυτό καθορίζεται ως γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης το 67ο έτος και ελάχιστος χρόνος ασφάλισης τα 15 έτη ή 4.500 ημέρες ασφάλισης.
Οι γενικές συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις καθορίζονται σε 40 έτη ασφάλισης ή 12.000 ημέρες ασφάλισης και το 62ο έτος ηλικίας.
Τα νέα όρια εφαρμόζονται από 1/1/2013 και για όσους συμπληρώνουν την 25ετία από την ίδια ημερομηνία και μετά. Εξαιρούνται από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή και του χρόνου ασφάλισης α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης ως μητέρες ανίκανων τέκνων για κάθε βιοποριστική εργασία και β) οι ασφαλισμένοι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 και γ) όσοι έχουν συμπληρώσει την 25ετία μέχρι 31/12/2012.
Το σ.κ την ίδια περίοδο, με τη γραμμή που ακολούθησε όλα τα προηγούμενα χρόνια, τον προσανατολισμό και τους συσχετισμούς που υπάρχουν στο εσωτερικό του, φάνηκε ανίκανο να υπερασπίσει τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Η αντίληψη του κοινωνικού εταιρισμού και του κοινωνικού διαλόγου, αυτή που έβλεπε τις κυβερνήσεις και την εργοδοσία, ως εταίρους και όχι ως ταξικούς αντιπάλους, οδήγησε στην ενσωμάτωση το εργατικό κίνημα και το ευνούχισε από τα ταξικά και διεκδικητικά του χαρακτηριστικά.
Οι ηγεσίες αυτές του σ.κ ταυτίστηκαν με την ήττα και όσο η κατάσταση αυτή παραμένει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με συνδικαλιστικούς όρους, στη σημερινή μνημονιακή περίοδο είναι δύσκολο να έχεις κάποια αποτελέσματα, αν ταυτόχρονα δεν μπαίνει και το θέμα της πολιτικής ανατροπής.
Μοναδική διέξοδος, για να σταματήσουμε τον κατήφορο και να οργανωθούν νικηφόροι αγώνες από το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα είναι, η πάλη για τον συντονισμό των εργαζομένων στη βάση, μέσα από τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και ο αγώνας για την ανατροπή αυτών των συμβιβασμένων ηγεσιών, μέσα από την μαζική ένταξη και συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα, τη δημιουργία και την ενίσχυση ενός νέου ταξικού πόλου μέσα στα συνδικάτα, με πρωταγωνιστικό ρόλο της συνδικαλιστικής ριζοσπαστικής αριστεράς.
– Εισήγηση από την Ημερίδα «Το Δημόσιο Σύστημα Υγείας στη μέγγενη των μνημονίων» που διοργάνωσε το Ενωτικό Ψηφοδέλτιο Ριζοσπαστικής Αριστεράς στην ΠΟΕΔΗΝ στις 18 Μάιου στο Αμφιθέατρο του Νοσοκομείου ΕΛΠΙΣ
