Συχνά στα νοσοκομεία (συχνότερα στα τμήματα επειγόντων περιστατικών) καταγράφονται επεισόδια βίας που ποικίλουν από αντικοινωνική συμπεριφορά και απειλές εναντίον του προσωπικού, άσκηση σωματικής βίας (με ή χωρίς τραυματισμό) και περιστασιακά θανατηφόρα περιστατικά. Οι παράγοντες που σχετίζονται με άσκηση βίας προς και από το προσωπικό περιλαμβάνουν κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών ή άλλων ουσιών, σεξουαλική βία, διαθεσιμότητα αμυντικών όπλων. Αποτελεί μέρος της καθημερινότητας κατά τη νοσηλεία ατόμων με νευρολογικές και ψυχικές διαταραχές και άνοια.
Έκθεση στη βία στο χώρο της εργασίας συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που το άτομο απειλείται ή προσβάλλεται σωματικά ή λεκτικά στην εργασία του ή εξαιτίας αυτής. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι 5-25% των εργαζομένων στα νοσοκομεία έχει εκτεθεί σε κάποια μορφή βίας κατά την εργασία του. Συνήθη θύματα είναι το προσωπικό ασφάλειας, οι νοσηλευτές, οι τραυματιοφορείς και οι γιατροί. Στις περισσότερες περιπτώσεις (75%) τα επεισόδια περιορίζονται σε λεκτική βία και απειλητική συμπεριφορά. Καταγράφονται και κακώσεις συνήθως μώλωπες, αιματώματα, θλαστικά τραύματα, δήγματα, διαστρέμματα και εξαρθρώματα και έκθεση σε αίμα ή βιολογικά υγρά. Οι καταστάσεις αυτές προκαλούν στρες, συναισθηματικές διαταραχές και αυξημένες απουσίες.
Η διαχείριση αυτού του προβλήματος απαιτεί εκπαίδευση στην αντιμετώπιση του θυμού κυρίως από τους εργαζόμενους στα τμήματα των επειγόντων, την ευαισθητοποίηση και διευκόλυνση των εργαζομένων για αναφορά των περιστατικών και λήψη μέτρων τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο (υποστηρικτικές και συμπεριφοριστικές), προγράμματα αυτοάμυνας και διοικητικές παρεμβάσεις σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια.
Συμπεριφορές παρενόχλησης δεν είναι σπάνιες στα νοσοκομεία και έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση του εργαζόμενου. Μπορεί να λαμβάνουν διάφορες μορφές από λεκτικές καταχρήσεις, να έχουν σεξουαλικό προσανατολισμό και να κλιμακώνονται έως την άσκηση βίας.
Η επαναλαμβανόμενη, αδικαιολόγητη και ακατάλληλη μεταχείριση ενός ατόμου από ένα άλλο ή άλλα στον εργασιακό χώρο συνιστά παρενόχληση και δημιουργία κλίματος φόβου/απειλής, η οποία συνήθως εκδηλώνεται με συμπεριφορά που εκφοβίζει, προσβάλλει, υποβιβάζει ή ταπεινώνει έναν υπάλληλο, μερικές φορές μπροστά στους συναδέλφους, τους ασθενείς κ.λπ.
Η διοίκηση και η επιτροπή υγιεινής και ασφάλειας πρέπει να καθιστούν σαφές ότι συμπεριφορές βίας και παρενόχλησης 6ε θα γίνονται ανεκτές σε καμία περίπτωση αναγνωρίζοντας το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να εργάζονται σε ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από διακρίσεις, εκφοβισμούς, βία και παρενόχληση. Η διοίκηση πρέπει να υποστηρίζει την αναφορά / καταγγελία περιστατικών και να επιδεικνύει συνέπεια και αμεροληψία στη διαχείριση τους με όποια μορφή και αν εκδηλώνονται. Μετά από διαβούλευση με τους εργαζόμενους πρέπει να ορίζεται ένα άτομο υπεύθυνο για την υποστήριξη της διαδικασίας αντιμετώπισης αυτών των περιστατικών. Η υποστήριξη πρέπει να παρέχεται και προς τα δύο μέρη και ο καταγγελλόμενος πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αθώος μέχρι να αποδει¬χθεί η ενοχή του.
Η έρευνα πρέπει να αρχίζει άμεσα μετά την καταγγελία, να διενεργείται από εξειδικευμένο άτομο (με εμπειρία) και να διασφαλίζεται ουδετερότητα, εμπιστευτικότητα και τεκμηρίωση. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι ανάλογες της σοβαρότητας του θέματος.
