Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΟΝΙΑΡΗ*
ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΣΕΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΑΣΗΣ ΠΟΥ ΣΤΗΝΕΙ Η ΠΑΣΚΕ ΚΑΙ Η ΔΑΚΕ
Πυκνά σύννεφα συγκεντρώνονται πάνω από όλο το εργατικό κίνημα που προαναγγέλλουν καταιγίδα. Οι δραματικές καταστάσεις που εκτυλίχθησαν στο Συνέδριο της ΠΟΕ ΟΤΑ, από όποια πλευρά κι αν τις δει ο καθένας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τις θεωρήσει ότι αποτελούν θετική εξέλιξη. Αντίθετα φαίνεται ότι έχουν ανοίξει οι ασκοί του Αιόλου βάζοντας πιθανόν σε κίνδυνο ακόμα και την ενότητα του εργατικού κινήματος, εξαιτίας των απερίγραπτων αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων και την εκτεταμένης νόθευσης του εκλογικού αποτελέσματος, με κύρια ευθύνη της ΠΑΣΚΕ ΠΟΕ ΟΤΑ.
Ο αποκλεισμός ενός μεγάλου τμήματος Σωματείων από το Συνέδριο, η εμμονή της ηγετικής ομάδας της ΠΑΣΚΕ πρωτίστως, βεβαίως με την πλήρη στήριξη της ΔΑΚΕ, σε αυτές τις επιλογές, ήταν φανερό ότι θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σε διχοτομικές καταστάσεις. Καταστάσεις που δημιουργούν ανεπανόρθωτα τραύματα στο κίνημα των εργαζομένων στους Δήμους, που πολύ πιθανόν να μην σταματήσουν εκεί, αλλά να πάρουν την μορφή χιονοστιβάδας που θα συμπαρασύρει όλο το εργατικό κίνημα.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποτελέσει την αφορμή να μετατραπεί η ρωγμή που άνοιξε, σε γιγάντιο ρήγμα, που συνεχώς θα διευρύνεται και πιθανόν να δρομολογήσει αρνητικές εξελίξεις σε όλο το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με απρόβλεπτες συνέπειες για την ίδια την ύπαρξή του.
Όσο κα αν κάποιοι προσπάθησαν να το επισημάνουν το προηγούμενο διάστημα, φαίνεται ότι η απόφαση για τη νόθευση του συνεδρίου και τον αποκλεισμό των σωματείων που πρόσκεινται στην Αριστερά, ήταν προ πολλού αποφασισμένη από την ηγεσία των ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ στην ΠΟΕ ΟΤΑ.
Είναι καθαρό ότι οι κλυδωνισμοί που δέχεται ο κυβερνητικός συνδικαλισμός εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών, αλλά και της «αδυναμίας» του πλέον να παίξει το ρόλο του «διαμεσολαβητή» ανάμεσα στους εργαζόμενους και την εργοδοσία, τον οδηγεί σε κινήσεις τυχοδιωκτικές, προκειμένου να διασωθεί και να παραμείνει στο «τιμόνι» των συνδικάτων.
Στην προσπάθεια του αυτή, ο δικομματικός συνδικαλισμός φαίνεται ότι είναι πλέον αδίστακτος, χρησιμοποιεί κάθε μέσο, αδιαφορεί για τις συνέπειες και τις επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα, επιδιώκοντας κυρίως την δική του επιβίωση, έστω και μεσοπρόθεσμα.
Οι εξελίξεις αυτές αποδεικνύουν για μια ακόμα φορά, ότι οι φραστικές διαφοροποιήσεις κεντρικών στελεχών του δικομματικού Συνδικαλισμού από τις πολιτικές των μνημονιακών κομμάτων, σε αρκετές περιπτώσεις δεν είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο, αλλά ήταν υποταγμένες στις ανάγκες της δική τους συνδικαλιστικής επιβίωσης. Οι αυταπάτες που δημιουργήθηκαν σε δυνάμεις της Αριστεράς, για πρόσωπα, που στο παρελθόν ήταν πλήρως υποταγμένα στον κυβερνητικό συνδικαλισμό και τελευταία εμφανίστηκαν με τον αντιμνημονιακό μανδύα, ίσως ήρθε η ώρα να καταρρεύσουν.
Μπορεί να μην είναι προφανές, ιδιαίτερα σε αυτούς που έχουν μια χαλαρή έως ανύπαρκτη σχέση με το εργατικό κίνημα, ότι το συνδικαλιστικό κατεστημένο αποτελεί συμπαγή δύναμη, έχει ισχυρούς δεσμούς μεταξύ του αλλά και μηχανισμούς για την συντήρησή και την αναπαραγωγή του. Ταυτόχρονα έχει «εκπαιδευτεί» σε μεθοδεύσεις και πράξεις που δεν «ποιούν τιμή» για αυτούς που τις ακολουθούν.
Βεβαίως αυτές οι εξελίξεις δεν θα μπορούσαν να αποκτούσαν αυτή την έκταση και ένταση αν δεν έβρισκαν πρόσφορο έδαφος και στα ηγετικά κλιμάκια της τριτοβάθμιας συνδικαλιστής οργάνωσης των Δημοσίων Υπαλλήλων. Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι οι κινήσεις της ΠΑΣΚΕ ΔΑΚΕ στην ομοσπονδία των εργαζομένων στους Δήμους πρέπει να αποδοθούν στη στάση των συγκεκριμένων ηγεσιών. Άλλοι θα υποστηρίξουν ότι ήταν αποτέλεσμα αδυναμίας διαχείρισης μιας κρίσιμης κατάστασης από την πλευρά των ηγεσιών του δικομματικού συνδικαλισμού στην ΑΔΕΔΥ. Ίσως όλα αυτά να έχουν μια βάση, όμως δεν αποτελούν την κύρια αιτία για πού καθόρισε τη στάση της ηγεσίας αυτών των παρατάξεων στην ΑΔΕΔΥ και δεν απέτρεψε την αντιδημοκρατική εκτροπή.
Η βασική αιτία της ανοχής, αν δεν αποτελεί συνενοχή, από την πλευρά των «συνέταιρων» στην ΑΔΕΔΥ, είναι η αναπαραγωγή και αυτής της ηγεσίας και των αλληλοδεσμεύσεων που υπάρχουν με τις αντίστοιχες κλαδικές ομάδες αυτών των παρατάξεων. Το πιο επικίνδυνο είναι, ότι μπροστά στην συνδικαλιστική τους επιβίωση, δεν διστάζουν να βάλουν σε κίνδυνο ακόμα και την ενότητα του ίδιου του εργατικού κινήματος.
Η συνδικαλιστική αριστερά σωστά επέμεινε στην αυτονόητη πρόταση για συμμετοχή όλων των συνδικάτων στο συνέδριο. Παρ’ όλα αυτά η αδυναμία συνεννόησης δεν επέτρεψαν οι κινήσεις και οι παρεμβάσεις να είναι πιο αποτελεσματικές. Σε αυτή την προσπάθεια αναδείχθηκαν και εγγενή προβλήματα που σχετίζονται με τις προτεραιότητες που η κάθε δύναμη έβαζε μπροστά στο συνέδριο. Φαίνεται ότι υπήρξαν δυνάμεις της Αριστεράς που υποτίμησαν τον κίνδυνο μιας διχοτόμησης, γεγονός που πιθανόν θα άνοιγε το δρόμο ακόμα και για μια οργανωτική διάσπαση του συνόλου του εργατικού κινήματος.
Το ΠΑΜΕ όπως και οι άλλες δυνάμεις της Αριστεράς δικαιολογημένα εκφράζουν την έντονη διαμαρτυρία τους και απευθύνουν βαρύτατες κατηγορίες σε βάρος των ηγεσιών της ΠΑΣΚΕ και τις ΔΑΚΕ για τους αποκλεισμούς και τη νόθευση του Συνεδρίου. Παίρνοντας υπόψη μάλιστα το γεγονός ότι το ΠΑΜΕ ήταν εκείνο που πλήττεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους αποκλεισμούς, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η αποχώρησή του από το συνέδριο ακόμα και την μη νομιμοποίηση των αποτελεσμάτων του.
Όμως εδώ ταυτόχρονα τίθενται καλοπροαίρετα και μερικά ζητήματα και ερωτήματα. Πως σκοπεύει να αντιμετωπίσει το ΠΑΜΕ τον αποκλεισμό των Σωματείων και την νόθευση του Συνεδρίου; Η απουσία του από τη Διοίκηση της ΠΟΕ ΟΤΑ είναι προάγγελος αντίστοιχων κινήσεων που θα εξελιχθούν στο σύνολο του εργατικού κινήματος; Εκτιμά το ΠΑΜΕ ότι με αυτόν τον τρόπο αποτρέπει τους αποκλεισμούς ή αντίθετα διευκολύνει τους στόχους των ηγεσιών της ΠΑΣΚΕ ΔΑΚΕ, όχι μόνο στην ΠΟΕ ΟΤΑ, αλλά σε όλη την έκταση του εργατικού κινήματος.
Τα ερωτήματα αυτά είναι αυτονόητα και δεν μπορούν θα απαντηθούν με γενικόλογες αναφορές για επιστροφή στα πρωτοβάθμια σωματεία. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του ΠΑΜΕ για αποχώρηση των σωματείων από την ΠΟΕ ΟΤΑ η οποία με βάση και τη στάση του στο παρελθόν δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά.
Το ΠΑΜΕ δεν μπορεί να μην «απαντά» στο κρίσιμο ερώτημα, που ούτως ή άλλως έχει τεθεί στο «τραπέζι». Πολύ περισσότερο δε μπορεί να μεταφέρει τις ευθύνες γι αυτή την κατάσταση στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς όταν γνωρίζει καλά ότι δεν υφίσταται ουσιαστικά τέτοιο θέμα.
Η Αριστερά δεν πρέπει και δεν μπορεί να πέσει στην παγίδα που στήνουν οι δυνάμεις του δικομματισμού, οι οποίες καλοβλέπουν ακόμα και τη διάσπαση του εργατικού κινήματος προκειμένου να διασωθούν.
Ο προσανατολισμός των Συνδικάτων, η ταξική προσέγγιση των προβλημάτων, η οργάνωση της τάξης είναι το κύριο ζήτημα που καθορίζει τη στάση της Αριστεράς μέσα στο Συνδικαλιστικό κίνημα. ‘Όμως αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη της ενιαίας δράσης και της αποτελεσματικής οργάνωσης της εργατικής τάξης. Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι και η ενιαία οργάνωση και δράση των εργαζομένων ανεξάρτητα από τον τομέα που εργάζονται σε κοινά συνδικάτα.
Σήμερα το ζήτημα της ενιαίας οργάνωσης των εργαζόμενων σε Δημόσιο και Ιδιωτικό τομέα, η άρση του σχίσματος που επέβαλαν οι αστικές κυβερνήσεις στο εργατικό κίνημα σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ εδώ και δεκαετίες, πρέπει τώρα να αρθεί. Αυτό θα «αντιμετωπίσει» σε μεγάλο βαθμό και ζητήματα που προκύπτουν καθημερινά σχετικά με την οργάνωση των πιο αδύναμων τμημάτων της εργατικής τάξης, είτε αυτό φορά τους συμβασιούχους και τους ελαστικά εργαζόμενους στο Δημόσιο, είτε αντίστοιχα τμήματα της εργατικής τάξης στον ιδιωτικό τομέα. Βεβαίως μια τέτοια απόφαση από μόνη της δεν είναι ικανή να αντιμετωπίσει όλα τα ζητήματα, αφού το ζήτημα το ζήτημα του προσανατολισμού και βεβαίως της δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων, της απαγκίστρωσης από το κράτος, της γνήσιας εκπροσώπησης της μαζικής ένταξης των εργαζομένων σε αυτά είναι βασικοί όροι για να μπορεί να παρέμβει αποφασιστικά και να οργανώσει τους αγώνες του.
Ο αγώνας της Αριστεράς ήταν διαχρονικά και συνεχίζει να είναι η αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος των ταξικών δυνάμεων, ο εκδημοκρατισμός των διαδικασιών, η αποτύπωση της πραγματικής βούλησης των εργαζομένων. Ο αγώνας αυτός έχει ιστορικές ρίζες και δεν εγκαταλείφθηκε από τις δυνάμεις της αριστεράς και τους κομμουνιστές ούτε στις πιο δύσκολες και ανώμαλες καταστάσεις που πέρασε το εργατικό κίνημα και η χώρα.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις η στάση της Συνδικαλιστικής Αριστεράς, η σχέση τους με τα συνδικάτα που κυριαρχεί ο δικομματικός συνδικαλισμός χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί. Η επιλογή δεν μπορεί να είναι η απόσυρση από αυτά, αντίθετα μάλιστα στην προσπάθεια για επαναφοράς τους σε συνθήκες δημοκρατικής λειτουργίας και καθαρών κανόνων που δεν θα τραυματίζουν την διαφορετικότητα μέσα σε αυτά και θα ενισχύουν της ενότητας του εργατικού κινήματος.
Το ΠΑΜΕ που αποτελεί την μεγαλύτερη δύναμη της Αριστεράς στο εργατικό κίνημα είναι ανάγκη να πρωτοστατήσει σε μια προσπάθεια να αποτραπεί το σχίσμα στα εργατικό κίνημα και μαζί με όλες τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς να δημιουργηθεί ένα μέτωπο αγωνιστικό ταξικό που ταυτόχρονα θα επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ενότητας και της δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων. Βεβαίως μια τέτοια προσπάθεια πρέπει να βρει «ανοικτά αυτιά» και υποστήριξη εφόσον εκδηλωθεί από όλες τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Είναι ανάγκη αυτή την κρίσιμη στιγμή να αφήσουμε πίσω όλοι τους «κακούς» μας εαυτούς, τις αψιμαχίες και τις άγονες αντιπαραθέσεις και να δώσουμε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να αποκτήσει εμπιστοσύνη στα συνδικάτα.
Η Συνδικαλιστική Αριστερά μπορεί να ανατρέψει την σημερινή κατάσταση, να ξεκολλήσει τα συνδικάτα από το βούρκο, που τα έχει οδηγήσει ο κυβερνητικός και εργοδοτικός συνδικαλισμός, αρκεί να το θελήσει.
*Ο Χρήστος Κόνιαρης είναι μέλος του Γ.Σ. της ΑΔΕΔΥ












